Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2023

Μεταφυσική της συναλλαγής και Καπιταλισμός. Του π.Αθανασίου Νίκου*

     


1. Σχέσεις απορροής και αντίδοσης μεταξύ δόγματος και οικονομικής συμπεριφοράς



    Οι θεωρητικοί της οικονομίας ανιχνεύοντας τη γενεαλογία του καπιταλιστικού συστήματος, διαπίστωσαν την εφαρμογή μιας λογικής που έχει έντονα τα χαρακτηριστικά μιας στοχευμένης μεθόδου και ενός σχεδιασμού και προγραμματισμού της οικονομικής συμπεριφοράς που επιφέρει κοινωνική αποδοχή και περισσότερο κέρδος.

    Αυτή η θετική, ακαταγώνιστη, ακαταμάχητη λογική είναι η λογική του ωφελιμισμού. Ο ωφελιμισμός

με πρώτο γενάρχη τον ατομικισμό και με απότοκο τον ρασιοναλισμό που οδηγεί στις κανονιστικές συντεταγμένες της ανθρώπινης συμπεριφοράς που δικαιώνεται με το «φυσικό δίκαιο». Αυτή η «φιλοσοφία» της συμπεριφοράς που έχει τις ρίζες της στην ίδια την ενστικτώδη φύση του ανθρώπου, στην ορμέμφυτη ανάγκη του να αυτοεξασφαλίζεται και να ευφραίνεται αισθησιακά εδραιώνει τον εγωκεντρικό ωφελιμισμό και την ηδονιστική σκοπιμότητα.

    Σίγουρα όλη αυτή η «φιλοσοφία της οικονομίας» και παράλληλα η μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς, μας υποχρεώνει σ’ έναν ευρύτερο ανθρωπολογικό προβληματισμό που σίγουρα συγκεντρώνει το επιστημονικό ενδιαφέρον της ιστορικής κοινωνιολογικής έρευνας.

    Έχει διαπιστωθεί ότι στη Δυτική Ευρώπη σε ένα ευρύ κοινωνικό σύνολο έγινε δεκτή η τιμιότητα στις ανταλλακτικές σχέσεις ως αρετή ενώ οι εμπορικές δοσοληψίες και η πρακτική λειτουργίας της αγοράς έγιναν ο στίβος άσκησης και δοκιμασίας της αρετής των ατόμων. Έτσι ένα από τα βασικά κίνητρα εμπορικής δοσοληψίας έγινε και η επιβεβαίωση της φερεγγυότητας των συναλλασσομένων, αφού η τιμιότητα αποζημιώνεται με την εμπορική πίστη που επενδύεται στο πρόσωπο του τίμιου επιχειρηματία. Έτσι η εργασία αναδείχθηκε σε ευταξία, πήρε προτεραιότητα ως προς το χρηστικό της αποτέλεσμα, έγινε ρυθμιστικός κανόνας οικονομικών και κοινωνικών αξιολογήσεων και βεβαιώθηκε ως θεία εντολή, ενώ η ανταπόκριση σε αυτήν την εντολή έγινε κίνητρο εντονώτερης εργασίας για τις μεταφυσικές αντιμισθίες που εξασφαλίζει.

    Είναι απολύτως θεμιτό λοιπόν να προβούμε σε κάποια ανάλυση και σε κάποιους συσχετισμούς που μαρτυρούν σχέσεις απορροής και αντίδοσης ανάμεσα στην θρησκευτικού χαρακτήρα πίστη των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών και σε συγκεκριμένα φαινόμενα λειτουργίας της οικονομίας που εκεί αναπτύχθηκαν.

    Άς προχωρήσουμε επομένως να προσδιορίσουμε συντομογραφικά τους πιο χαρακτηριστικούς από τους συσχετισμούς ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και στην οικονομική συμπεριφορά των κοινωνιών της Δύσης.

    Μία πρώτη σύνδεση μαρτυρεί το σύστημα της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας (väterliches Regiment-economie politique patronale) σε σχέση με την κοινωνική εμπειρία του ρωμαιοκαθολικού «πατερναλισμού». Και αντίστοιχα, η ελεύθερη οικονομία της άκρατης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με την κοινωνική εμπειρία του προτεσταντισμού, δηλαδή της εξατομίκευσης των προσβάσεων στην πίστη και στη σωτηρία.

    Το ισχυρότερο λογικό έρεισμα αυτού του συσχετισμού είναι ο κοινωνικός εθισμός των λαών της Ευρώπης καταρχήν στην αποδοχή ενός ορατού κέντρου εξουσίας, που διαχειρίζεται την ευθύνη ουσιωδών πτυχών του ανθρώπινου βίου. Σε διάρκεια έξι τουλάχιστον αιώνων ( από τον 9ο έως και τον 15ο ), οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εναποθέτουν αυτονόητα την ευθύνη για τη διαχείριση της αλήθειας και της επιστήμης και των ηθικών καθορισμών, συχνά και της πολιτικής τους διακυβέρνησης, στον πάπα της Ρώμης- κατεξοχήν σύμβολο πατρικής εξουσίας.

    Ο αυτονόητα αποδεκτός αυτός συγκεντρωτισμός είναι φυσικό να μεταφέρεται και στην οικονομία, συγκεκριμένα με την αντίληψη του «διευρυμένου οικογενειακού νοικοκυριού»1.

    Πραγματικά, έως τον 17ο περίπου αιώνα, κυριαρχεί στην Ευρώπη η εκδοχή της πολιτικής οικονομίας ως διαχείρισης του «διευρυμένου οικογενειακού νοικοκυριού», εκδοχή βασισμένη στο ψευδοαριστοτελικό κείμενο Περί οικονομίας2 . Λέει στο κείμενο: «Όπως ο πατέρας διαχειρίζεται τα του οίκου, έτσι και ο άρχοντας ή οι άρχοντες τα της πολιτείας. Στον άρχοντα, όπως και στον πατέρα, εναποτίθεται η διαχείριση τόσο των πνευματικών όσο και των υλικών όρων της ζωής»3. 

    Στο συγκεντρωτικό αυτό «μοντέλο» οργάνωσης της ζωής αντιπαρατίθεται ο προτεσταντισμός, δημιουργώντας, ως έμπρακτη μαζική αντίδραση σε συγκεκριμένη κοινωνική εμπειρία, καινούργιους αντανακλαστικούς εθισμούς. Η ζωή για τους προτεστάντες οργανώνεται με βάση την ατομική πίστη και την ατομική εργασία (Labor et Fides). Η αλήθεια κερδίζεται με την ατομική πρόσβαση στις πηγές της και η σωτηρία με την ατομική και μετρητή ηθική προσπάθεια. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τουλάχιστον οι πρώτοι θεωρητικοί της ελεύθερης οικονομίας προέρχονται από τις τάξεις των προτεσταντών, και μάλιστα από ομάδες με ιδιαίτερα προωθημένες ατομοκρατικές αντιλήψεις4.

    Ένας άλλος συσχετισμός, με ικανά ερείσματα, συνδέει τη νοησιαρχική τεκμηρίωση και αποδεικτική μεθοδικότητα της δυτικής θεολογίας και ηθικής με τον ορθολογισμό και τη μεθοδικότητα της οικονομικής οργάνωσης των Ευρωπαίων.

    Είναι γεγονός ότι ο ρωμαιοκαθολικός σχολαστικισμός καθιέρωσε μια μέθοδο πρόσβασης στη θεολογική γνώση και στην ηθική δεοντολογία, που διευρύνθηκε σε γενική γνωσιοθεωρία και σε μοναδικό σύστημα εκπαιδευτικής πρακτικής στην Ευρώπη για πολλούς αιώνες5. Αυτή η μέθοδος οργανώνει την πρόσβαση στη γνώση με βάση την αποδεικτική λογικότητα (argumentatio) τεκμηριώνοντας τις θέσεις με τη συστηματική αναίρεση των αντιθέσεων. Η τεκμηρίωση δεν αποβλέπει σε μιαν αφηρημένη «ορθότητα», αλλά στην εγκυρότητα που προκύπτει από την αποτελεσματικότητα της γνώσης: την κυριαρχία του ατόμου, μέσω της νόησης, πάνω στη φυσική και μεταφυσική πραγματικότητα.

    Η γνωσιοθεωρητική αυτή μεθοδολογία με τις σκοπιμότητες αποτελεσματικότητας που την συνοδεύουν, επιβάλλεται ως αυτονόητη προϋπόθεση της επιστήμης, δημιουργεί μια γενικά αποδεκτή κοινωνική νοοτροπία και βρίσκει συγκεκριμένες εκφράσεις σε πολλές πρακτικές όψεις του βίου6.

    Ο εξορθολογισμός και η προγραμματική μεθόδευση της ανθρώπινης γνώσης και πράξης αντανακλά μιαν ευρύτερη κοινωνική νοοτροπία, επειδή κατά τον Werner Sombart, ξεκίνησε από τον εξορθολογισμό της ηθικής. Δηλαδή για τους Σχολαστικούς, η ανθρώπινη διάνοια είναι μια σμικρογραφία της θείας διάνοιας, γι’ αυτό και οι κανόνες της λογικής αντιστοιχούν στο θείο νόμο, μας υποδείχνουν το λογικό «τέλος» ή σκοπό της ύπαρξής μας. Έτσι «αμαρτία» είναι το να ενεργείς ενάντια στη λογική, ενώ «αρετή» το να υποτάσσεις τις αισθήσεις και τα πάθη, όπως και τα κίνητρα κάθε πράξης, στη λογική «τάξη»7.

    Μια πτυχή της ηθικής συμπεριφοράς είναι και η οικονομική συμπεριφορά, και πρέπει και αυτή να πειθαρχεί στους κανόνες της λογικής, δηλ. να αντανακλά η σύνολη λειτουργία της οικονομίας μια λογική «τάξη», να πειθαρχεί στις αρχές του ορθολογισμού και της προγραμματικής μεθόδευσης. Είναι αυτή μια όχι αυθαίρετη ερμηνεία των ιστορικών καταβολών της σύγχρονης οικονομικής νοοτροπίας8.

    Αξίζει να αναφερθούν κάποια ενδεικτικά παραδείγματα αυτονόητης σήμερα κατανόησης των δεδομένων λειτουργίας της οικονομίας, που απηχούν την κλασική σχολαστική λογική, δηλ. τη λογική τεκμηρίωση των θέσεων με συστηματική αναίρεση των αντιθέσεων: Η αξία λ.χ. του προϊόντος αντιστοιχεί αυτονόητα στην εργασία παραγωγής του, η αμοιβή εργασίας αντισταθμίζει την ανωφέλεια του κόπου εργασίας, η αγοραστική τιμή αναιρεί, «αποσβένει», το κόστος των μέσων παραγωγής, η εισαγωγή αγαθών εξισορροπείται με ανάλογες εξαγωγές κ.ο.κ.

    Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη λογική που εξισορροπεί τον κίνδυνο πληθωρισμού με την ανοχή της ανεργίας. Τη λογική που επιβάλλει τη συνεχή προσαρμογή της επιχείρησης στις τεχνικές προόδους, σε βάρος της αύξησης των μισθών ή και με συνακόλουθες απολύσεις εργατών. Τη λογική που κατευθύνει τις επενδύσεις εκεί που υπάρχει ελεύθερη αγορά εργασίας. Τη λογική που οδηγεί στη μονοπώληση της φορολογίας από την κεντρική εξουσία (η τελευταία, όπως σημειώνει ο Sombart9, κυριαρχεί σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και έχει την ιστορική της καταγωγή στην πρακτική της Βατικανής Curia στον 13ο αιώνα). Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη λογική που υποκαθιστά τον «οικογενειακό» χαρακτήρα της βιοτεχνίας με τον απρόσωπο χαρακτήρα της ανώνυμης εταιρείας. Τη λογική που αποδεικνύει την επένδυση (ratio capitalis) αποδοτικότερη από τον τοκισμό (ratio mutui), που ουσιαστικά αντικατοπτρίζει την αφετηριακή λογική του Αντωνίνου της Φλωρεντίας και του Βερνάρδου της Σιέννας (ρωμαιοκαθολικών αγίων του 15ου αιώνα) που καταξιώνει τον παραγωγικό χαρακτήρα της συσσώρευσης κεφαλαίου10.

    Μας είναι αυτονόητη σήμερα η συνήθης καπιταλιστική λογική της προγραμματικής οργάνωσης και της αποτελεσματικής μεθοδικότητας στην οικονομία. Κι όμως ταυτόχρονα μας εκπλήσσει το πόσο ασύμπτωτη είναι αυτή η λογική με τις πραγματικές αξιολογήσεις των ανθρώπινων αναγκών. Πίσω από τις αιτιοκρατικές αλληλουχίες της οικονομικής ανάλυσης φαίνεται να δεσπόζει ένα πνεύμα συστηματικών προτεραιοτήτων. Το πνεύμα αυτό αποκλειστικά διανοείται, μεταφράζει την πολυμορφία  της συμπεριφοράς σε διαγραμματικές σταθερές, σκοπεύει σε μια ισορροπία όχι οργανική, αλλά μηχανική. Το «στατικό» μας αίσθημα ικανοποιείται από μια τέτοια ισορροπία, αλλά και εκπλήσσεται, γιατί η τελική άρθρωση μοιάζει με τον ανθρώπινο σκελετό γυμνό από σάρκες11.

    Είναι μια έκπληξη ανάλογη με αυτήν που επισημαίνει ο Heidegger και που την προκαλεί η αναντιστοιχία ανάμεσα στους θεολογικούς αποδεικτικούς συλλογισμούς των Σχολαστικών και στην πραγματική ανάγκη του ανθρώπου για σχέση με τον Θεό: «Σε αυτόν τον Θεό (που η ύπαρξή του αποδεικνύεται με επιχειρήματα της ορθής συλλογιστικής) ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να προσευχηθεί, ούτε να προσφέρει θυσία. Ενώπιον της Αυτοαιτίας ο άνθρωπος δεν πέφτει στα γόνατα από δέος, ούτε μπορεί να υμνήσει και να λατρέψει αυτόν τον Θεό»12. 


    2. Δυτικές θεολογικές επιρροές στον Καπιταλισμό και στη διαμόρφωση του οικονομικού και κοινωνικού βίου των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών 


    Ένας ακόμα ενδεικτικός συσχετισμός θρησκευτικής πίστης και οικονομικής συμπεριφοράς του Ευρωπαίου ανθρώπου, είναι αυτός που συνδέει τον θρησκευτικοηθικό με τον οικονομικό ωφελιμισμό.

    Μιλώντας για ωφελιμισμό αναφερόμαστε στην απολυτοποίηση της ατομικής χρησιμοθηρίας σε βάρος των σχέσεων κοινωνίας. Σίγουρα, η οικονομική δραστηριότητα του ανθρώπου (παραγωγική, ανταλλακτική ή όποια άλλη) αποβλέπει καταρχήν στη χ ρ ε ί α, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, στην εξυπηρέτηση δηλ. πρακτικών αναγκών του βίου, σε σκοπούς χρηστικής ωφελιμότητας. Όμως η χ ρ ε ί α, ως κίνητρο της οικονομικής δραστηριότητας, μπορεί να υπηρετεί (και όχι οπωσδήποτε να αναιρεί) την προτεραιότητα των κυρίως κοινωνικών αναγκών του ανθρώπου: την ανάγκη προσωπικής «ποιητικής» δημιουργίας, την ανάγκη κοινωνικής παρέμβασης και προσφοράς, την προσωπική ανάγκη κοινωνίας και φιλίας που κάποτε παραθεωρεί το συμφέρον και «αχρηστεύει» το νόμισμα13.

    Αλλά ειδικά στην περίπτωση του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλιστικού «μοντέλου» οικονομικής συμπεριφοράς, η πρακτική ωφελιμότητα μοιάζει να έχει «εξ ορισμού» ατομοκεντρικό χαρακτήρα. Τόσο ο οικονομικός σχεδιασμός όσο και η καθημερινή οικονομική πρακτική υπακούει σε μια λογική της ατομικής χρησιμοθηρίας14, με αποτέλεσμα να παραθεωρείται ή να αποκλείεται αυτονόητα κάθε άλλο κίνητρο παραγωγικής και ανταλλακτικής δραστηριότητας.

    Ο συσχετισμός στον οποίο εδώ αναφερόμαστε, συνδέει αυτόν τον γενικευμένο και αυτονόητο στη Δύση ατομοκεντρικό ωφελιμισμό με ρίζες και αφετηρίες θρησκευτικές. Οι ρίζες εντοπίζονται καταρχήν στο έργο του Αυγουστίνου15, που αποτελεί την κορυφαία θρησκευτική αυθεντία του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου, το κεφαλάρι από το οποίο αντλεί την ιδιοπροσωπία της η δυτική χριστιανοσύνη, ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική.

    Και μόνο ο τίτλος του βιβλίου του Αυγουστίνου De Utilitate credendi (Περί της χρησιμότητος του πιστεύειν) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενδεικτικό ορόσημο για τη θεωρητική θεμελίωση και μεταφυσική καταξίωση του ατομοκεντρικού ωφελιμισμού. Είναι σίγουρα το πρώτο θεωρητικό δείγμα της ριζικής στη Δύση αλλοίωσης του εκκλησιαστικού γεγονότος σε ατομοκεντρική θρησκευτικότητα.

    Θεμέλιο και αφετηρία αυτής της αλλοίωσης είναι η ιδέα της «ατομικής σωτηρίας» που διατρέχει όχι μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά το συνολικό έργο του Αυγουστίνου. Η ειδοποιός διαφορά του χριστιανικού μηνύματος της σωτηρίας (: να πραγματοποιηθεί η ύπαρξη όχι ως ατομικό, αλλά ως εκκλησιαστικό γεγονός, γεγονός αγαπητικής σχέσης και κοινωνίας) μοιάζει να αγνοείται από τον Αυγουστίνο. Γι’ αυτό και επιστρέφει στην κοινότοπη θρησκευτική αντίληψη για τη μεταφυσική «δικαίωση» του ατόμου μέσω της αρετής του, της αυτοκυριαρχίας του, των καλών του πράξεων, κ.λ.π. Και ερμηνεύει θεωρητικά την ατομική «δικαίωση» με τις προσφιλείς στη ρωμαϊκή νοοτροπία κατηγορίες της δικανικής πρακτικής, εισάγοντας μια αντίληψη για τη σχέση ανθρώπου και Θεού που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως «μεταφυσική της συναλλαγής».

    Αυτή η «μεταφυσική της συναλλαγής» βασίζεται στην προϋποθετική για τον Αυγουστίνο ερμηνεία της ανθρώπινης «αμαρτίας», ως οφλήματος ή χρέους που πρέπει να εξαγοραστεί προκειμένου να δικαιωθεί ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού. Η εξαγορά πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα: Στο θεολογικό, με τον σταυρικό θάνατο του Χριστού που προσφέρεται ως λύτρο άπειρης αξίας για να πληρωθεί το άπειρου μεγέθους χρέος της ανθρώπινης αμαρτίας και ασέβειας στον Θεό. Και στο ανθρωπολογικό επίπεδο, με τα «επιτίμια» που επιβάλλονται στον αμαρτωλό και που αν τα εκτελέσει, πληρώνει ο ίδιος την εξαγορά των αμαρτιών του.

    Η αυγουστίνεια αυτή διδασκαλία, άγνωστη στην πρωτοχριστιανική εκκλησία, αλλά και στη μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση της ελληνικής Ανατολής, αναδεικνύεται σε θεμελιώδη θέση της δυτικής ερμηνευτικής τόσο από τον Άνσελμο Καντερβουρίας (11ος αιώνας) όσο και από τον Θωμά Ακινάτη (13ος αιώνας), για να καθιερωθεί ως επίσημη διδασκαλία του ρωμαιοκαθολικισμού με τη σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563)16. 

    Όμως πολύ νωρίτερα, κυρίως από τον 9ο αιώνα και μετά, αυτή η «μεταφυσική της συναλλαγής» έχει ήδη καθιερωθεί στην πρακτική του θρησκευτικού βίου της Δύσης. Ο ρόλος του κλήρου, η οργάνωση και λειτουργία των θεσμών, η πρακτική των «μυστηρίων» και ειδικά της εξομολόγησης, ακόμα και η τέχνη ή ο τρόπος της λατρείας προϋποθέτουν μια σχέση του ανθρώπου με τον Θεό που μετριέται μόνο με τη λογική του χρέους (poenis injuctis) και της εξαγοράς (redemptio). Κάθε ανθρώπινη πράξη αποτιμάται σαν προσθήκη στο χρέος ή σαν μείωση του χρέους, η ίδια η ζωή των ανθρώπων μετριέται με τη λογιστική αυτής της συναλλαγής. Υπάρχει και «συσσώρευση κεφαλαίου» στην πρακτική της συναλλαγής: είναι ο thesaurus meritorum Sanctorum, το αποθησαύρισμα ή πλεόνασμα των «αξιομισθιών» των αγίων, που το διαχειρίζεται ο πάπας της Ρώμης και το διαθέτει αντί χρηματικού αντιτίμου. Οι αμαρτωλοί μπορούν να αγοράζουν με χρήματα τις περίφημες «αφέσεις» (indulgentiae ή «συχωροχάρτια»), που εκπροσωπούν την «αποθεματική»17 αξία των καλών έργων των αγίων: την αξία των έργων που πλεονάζουν σε σχέση με το απαιτούμενο για τη σωτηρία των αγίων ποσό18.

    Η «μεταφυσική της συναλλαγής» δεν μπορεί να θεωρηθεί επιμέρους ή δευτερεύον σύμπτωμα του κοινωνικού βίου της Δύσης. Αντίθετα, έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση και ταξική συγκρότηση των κοινωνιών στον δυτικό μεσαίωνα. Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Adalberon de Laon (τέλη του 9ου αιώνα). Στο πολιτικό ποίημα που αφιερώνει στον βασιλιά Ροβέρτο της Γαλλίας, μεταφέρει την κοινή αντίληψη της εποχής του για τις τρείς τάξεις που συγκροτούν την κοινωνία: Ευγενείς, κλήρος, δουλοπάροικοι. Αντιπροσωπεύουν τρείς διαφορετικούς τρόπους για την εξόφληση του κοινού χρέους εξαγοράς των αμαρτιών τους. Οι πρώτοι πολεμούν για την προστασία της Εκκλησίας και των αδυνάτων. Οι δεύτεροι προσεύχονται για τη σωτηρία όλων. Οι τρίτοι εργάζονται για τη συντήρηση όλων. Ο κόπος του πολέμου, ο κόπος της άσκησης και της προσευχής, ο κόπος της παραγωγικής εργασίας είναι το αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί για την εξαγορά του ποθούμενου από όλους αγαθού: της σωτηρίας19.

    Στις αρχές του 11ου αιώνα το κοινωνικό αυτό «μοντέλο» έχει καθολικά επιβληθεί στις συνειδήσεις και κυριαρχεί καθοριστικά για πολλούς αιώνες. Η δυτικοευρωπαϊκή μεσαιωνική κοινωνία αυτοκαθορίζεται από τη θρησκευτική της νοοτροπία ως κοινωνία στρατευμένη στην πάλη για την εξαγορά των αμαρτιών της. Είναι μια «militia Christi» οργανωμένη με βάση τις προϋποθέσεις αυτής της εξαγοράς20.

    Η εμφάνιση του προτεσταντισμού τον 16ο αιώνα δεν αναιρεί ούτε και αμφισβητεί την παγιωμένη αυτή κοινωνική νοοτροπία και τη θεωρητική της θεμελίωση στη «μεταφυσική της συναλλαγής». Απλώς «μεταρρυθμίζει» τον τρόπο και τα μέσα της συναλλαγής. Ο προτεστάντης απορρίπτει τη μεσολάβηση του κλήρου στη συναλλαγή, απορρίπτει τη διαχείριση κάποιου «αποθεματικού της σωτηρίας» από τον πάπα, όπως απορρίπτει και την εξομολόγηση ως «άνωθεν» κρίση προσδιορισμού του αντιτίμου για την εξαγορά των αμαρτιών. Με αυτές τις απορρίψεις ο θρησκευτικός ατομοκεντρισμός σκληρύνεται, γιατί τώρα είναι το μοναχικό άτομο υπεύθυνο για την καθημερινή μέτρηση των ενοχών του, δηλ. του χρέους του, υπεύθυνο και για την εξαγορά αυτού του χρέους. Η εξαγορά μετριέται με την καθημερινή έμπρακτη άσκηση των αρετών (η άσκηση των αρετών έχει καθαρά ωφελιμιστικό χαρακτήρα, αφού αυτή προσπορίζει την ατομική σωτηρία) και ο καλός προτεστάντης πρέπει κάθε βράδυ να καταγράφει τον «ισολογισμό» ωφέλειας και ανωφέλειας αγαθοεργιών και αμαρτιών, σαν καλός έμπορος21.


    3. Η ενισχυτική επίδραση Πουριτανισμού και Καλβινισμού στη συγκρότηση του Καπιταλισμού κατά τον Max Weber

    Το προτεσταντικό δόγμα για τη διαφθορά του φυσικού ανθρώπου μετά την αρχέγονη πτώση του, συνεπάγεται την επιφύλαξη, δυσπιστία ή και αποστροφή για την ίδια την ανθρώπινη φύση, τις ανάγκες και λειτουργίες της. Ο ασκητικός πουριτανισμός που χαρακτηρίζει τις περισσότερες παραφυάδες του προτεσταντισμού, βλέπει τον μολυσμό της αμαρτίας σε κάθε φυσική επιθυμία ή ανάγκη του ανθρώπου. Κατεξοχήν στην ηδονή του φαγητού και του έρωτα, αλλά και σε κάθε «κοινωνικοποίηση» αυτής της ηδονής-στις διασκεδάσεις, στον χορό, στα θεάματα, στα κομψά  ενδύματα, στην άνεση της κοινωνικής συμπεριφοράς.  Έτσι καλλιεργείται μια τάση ασκητικής ομοιομορφίας (στην ενδυμασία, στον καλλωπισμό, στο λεξιλόγιο, στις χειρονομίες, στο χαμόγελο) που, σύμφωνα με τον Max Weber, προκάλεσε ή βοήθησε το καπιταλιστικό ενδιαφέρον για την «τυποποίηση» της παραγωγής22. Κυρίως όμως περιόρισε τις ικανοποιήσεις του ανθρώπου σε μόνη την αποκτητική δραστηριότητα, που σε συνδυασμό με τον ασκητικό περιορισμό της κατανάλωσης οδήγησε στον εξαναγκασμό για αποταμίευση και στον σχηματισμό κεφαλαίου. Η σημασία αυτής της ασκητικής στάσης απέναντι στη ζωή για την εξέλιξη του καπιταλισμού είναι φανερή23. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με τα όσα διατυπώνει ο Καλβίνος για την πειθήνια και υπομονετική στάση των εργαζομένων, έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη βασικών ιδεών της καπιταλιστικής οικονομίας. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Weber, στον Καλβίνο οφείλεται η φράση ότι «μόνο όταν ο “λαός”, δηλαδή η μάζα των εργατών και τεχνιτών, είναι φτωχός, παραμένει υπάκουος στον Θεό»24. Ο Καλβινισμός, που πιστεύει ότι ο πιστός είναι εργαλείο της θεϊκής δύναμης, ρέπει προς την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, ώστε η πίστη να αποδεικνύεται με τα αντικειμενικά της αποτελέσματα. Αυτή λοιπόν η καλβινιστική λογική της «fides efficax» (αποτελεσματική πίστη) είναι που έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στην καπιταλιστική πρόοδο25.  Η εγκόσμια επαγγελματική δραστηριότητα με τις επιτυχίες της θεωρούνταν ικανή, ώστε να εκτονωθούν τα αισθήματα θρησκευτικού φόβου26, τα οποία πήγαζαν από το δόγμα του «απόλυτου προορισμού». Σύμφωνα με το δόγμα αυτό ο προτεστάντης δεν γνώριζε αν είναι προορισμένος από το Θεό για τη σωτηρία του. Η καθημερινή πρακτική του οικονομικού βίου όμως αποδείκνυε, αν υπήρχε επαγγελματική επιτυχία, την εύνοια του Θεού.

    Πολύ γρήγορα η νοοτροπία αυτή οδήγησε σ’ έναν εκλεκτικισμό και σε ένα αίσθημα υλικής και πνευματικής υπεροχής έναντι άλλων ανθρώπων. Ο Weber θα τονίσει εν προκειμένω τον εγωϊσμό του «αστικού επαγγελματικού ήθους» που απεχθανόταν την ενστικτώδη απόλαυση της ζωής, η οποία οδηγεί μακριά από την εργασία και τη θρησκεία. Εχθρότητα υπήρχε επίσης απέναντι στα αγαθά του καπιταλισμού που δεν εξυπηρετούσαν άμεσα κάποια θρησκευτική αξία. Η πουριτανική ηθική καταδίκαζε όχι την ορθολογική απόκτηση του πλούτου, αλλά την άλογη χρήση αυτού. Θα τονισθεί ασφαλώς το αυτονόητο ότι με την πάροδο του χρόνου οι θρησκευτικές ρίζες της συμπεριφοράς αυτής μαράθηκαν παραχωρώντας τη θέση τους σε ωφελιμιστική κοσμικότητα, ώστε ο οικονομικά σκεπτόμενος άνθρωπος «παίρνει τη θέση της μονήρους πνευματικής αναζήτησης της βασιλείας των ουρανών, τη θέση του προσκυνητή, που περνάει τρέχοντας βιαστικά μέσ’ από αυτή την “εμποροπανήγυρη της ματαιότητας”»27. Η αυστηρή «αποφυγή» του κόσμου που οδηγεί μόνο σε αναγκαίες επαφές με τους κοσμικούς ανθρώπους, σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι ανήκαν σε μια κοινότητα πιστών και αναγεννημένων, οδήγησε, κατά τον Weber, στην εχθρότητα απέναντι σ’ αυτούς που στέκονταν χωρίς αυστηρό πνεύμα οργάνωσης και πειθαρχίας στον οικονομικό και κοινωνικό βίο.

    Τα παραπάνω δεδομένα  δεν  οδηγούν τελικά τον διάσημο Γερμανό κοινωνιολόγο να συμπεράνει μιαν αποκλειστική αιτιακή συσχέτιση καπιταλισμού και προτεσταντισμού δηλ. να θεωρήσει τον προτεσταντισμό ως μοναδική αιτία της γένεσης του καπιταλιστικού φαινομένου. Στόχος του είναι να διευκρινήσει και να τονίσει τη σημασία και το ρόλο των θρησκευτικών κινήτρων για τον σχηματισμό και την ανάπτυξη του σύγχρονου, αποκλειστικά «εγκοσμιοκρατικού», πολιτισμού (unserer modernen, spezifisch “diesseitig” gerichteten Kultur)28, μέσα από το πλέγμα της αλληλεπίδρασης ποικίλων ιστορικών παραγόντων. Πιστεύει ο Weber ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμα και με την πιο καλή θέληση, είναι γενικά ανίκανος να διακρίνει την καίρια και πραγματική συμβολή του περιεχομένου της θρησκευτικής συνείδησης στη διαμόρφωση της καθημερινής συμπεριφοράς, του χαρακτήρα και του πολιτισμού των ανθρώπων. Αλλά και η αναπλήρωση αυτής της σύγχρονης ανικανότητας με την εύκολη καταφυγή στην υλιστική ερμηνεία της Ιστορίας (στην εξήγηση όλων των ιστορικών φαινομένων με αποκλειστική αναγωγή σε οικονομικές σχέσεις και ανταγωνισμούς υλικών συμφερόντων) πιστεύει ο Max Weber ότι οδηγεί οπωσδήποτε σε μονομέρεια άσχετη με την ιστορική πραγματικότητα. Ο ίδιος βλέπει περισσότερο έναν αμοιβαίο αλληλοεπηρεασμό υλικών συνθηκών και συνειδησιακών μορφωμάτων, αλληλοεπηρεασμό που δεν μπορεί να ακινητοποιηθεί σε αντικειμενικές «σταθερές» χωρίς να παραβιαστεί η ιστορική πραγματικότητα. Λέει χαρακτηριστικά: «Σκοπός μου φυσικά δεν είναι να βάλω στη θέση μιας μονόπλευρης “ματεριαλιστικής” μια το ίδιο μονόπλευρη ιδεαλιστική αιτιακή εξήγηση του πολιτισμού και της ιστορίας. Και οι δύο είναι εξίσου δυνατές, αλλά καθεμιά, αν δεν χρησιμεύει σαν προεργασία μιας έρευνας, υπηρετεί τότε ισότιμα λίγο την ιστορική αλήθεια»29.


-------------------------------------------------------------------------------------

*Το  άρθρο αυτό αποτελεί ένα  συντομογραφικό δείγμα από το πρώτο μέρος της Μεταδιδακτορικής έρευνας και μελέτης (Μεταδιδακτορικής Διατριβής) του γράφοντος, με τίτλο: «Οι πνευματικές προϋποθέσεις του δυτικού Καπιταλισμού και οι περί οικονομίας αντιλήψεις της Ορθόδοξης Ανατολής».

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Νιάουστα"


Πρωτοπρεσβύτερος Αθανάσιος Νίκου, Δρ Θεολογίας/Μεταδιδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού του Α.Π.Θ., εφημέριος Ι. Ν. Αγίου Μηνά Νάουσας*



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τιμητική εκδήλωση προς τον Σύλλογο Φίλων Νοσοκομείου Νάουσας

 Την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026, ο Διοικητής του Νοσοκομείου Νάουσας παρουσία των Διευθυντών της Ιατρικής, Νοσηλευτικής και Διοικητικής υπηρεσί...