Της ερήμου παλληκάρι, τριαντάχρονο παιδί,
με μια πέτρα μαξιλάρι
και κρεβάτι μου τη γη,
λίγες άκρες από χόρτα
μέλι άγριο γλυκό,
άνοιξε κι εμέ την πόρτα
σε βασίλειο ασκητικό.
Της ερήμου παλληκάρι,
τριαντάχρονο παιδί,
Κείνος που κρατεί το φτυάρι
σιταράκι ας με δει,
σ’ αποθήκη να με βάλει
σ’ ένα γόνιμο ουρανό,
στη φωτιά του τη μεγάλη
άχυρο να μην καώ.
Της ερήμου παλληκάρι,
τριαντάχρονο παιδί,
με δερμάτινο ζωνάρι
και καμήλας το μαλλί
ντύσε με και φώναξέ μου·
«Ήγγικεν ο Βασιλιάς»·
την ψυχούλα βάπτισέ μου
μες στα ρείθρα που γυρνάς.
Της ερήμου παλληκάρι,
τριαντάχρονο παιδί,
σαν βασιλικού κλωνάρι,
σού ’κοψαν την κεφαλή,
τα ουράνια για ν’ αγιάσεις
με Εκείνου τον Σταυρό,
κι άμα βρέξει, να μοιράσεις
μιας θυσίας αγιασμό.
π. Σ. Μ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου