Το πατρικό μας ήταν χτισμένο στην όχθη του ποταμού που ερχόταν από το Μαυρονέρι , κι αφού περνούσε από μπατάνια κι αλευρόμυλους βουίζοντας έπεφτε στην καρούτα του σουσαμόμυλου δίπλα μας .
Το πατρικό μας ήταν απέναντι από τα αρχαία τείχη της πόλης μας ,στην αρχή μιας συνοικίας ,με το
λάγνο όνομα Γιολάν Γιαλντί και δίπλα από ένα Οθωμανικό τζαμί που είχε γίνει πλέον, φροντιστήριο μαθηματικών του Κυρ Λεωνίδα Ιωσηφίδη ,του επονομαζόμενου Ζούκωφ ,Ο Ζούκωφ στα διαλείμματα μου έλεγε ιστορίες από την Τραπεζούντα και το αντάρτικο στον Πόντο, τόσο παραστατικές που ακόμα και σήμερα νομίζω ότι τις έζησα σε άλλη ζωή .Το πατρικό μας ήταν δίπατο και είχε μια αναρριχόμενη τριανταφυλλιά να το σκεπάζει ,κι ένα αρχαίο εικόνισμα της Παναγίας με καπάκια , ότι έμεινε στον Παππού μου από το δικό του πατρικό ,μετά που το έκαψαν οι Βούλγαροι Κομιτατζίδες ,μαζί με το χάνι που είχαν οι δικοί του στην λίμνη της Δοϊράνης κι αρσενικό δεν άφησαν κανέναν στο σπίτι στα Μεγάλα Λειβάδια στο Παϊκο.
Τους κρύους χειμώνες , η γιαγιά μου, σε ένα μπακιρένιο τάσι έριχνε με το γκιούμι βραστό νερό μέσα στο κρύο και μου έπλενε το πρωί το προσωπάκι μου μπροστά στο εικόνισμα .
-Σε σένα θα τ αφήσω, αν κανείς δικό σου σπίτι , έλεγε η γιαγιά μου , κι έτσι έκανε .
Το πατρικό μου σπίτι είχε αργαλειό ανοιγμένο στο πίσω δωμάτιο ,και μύριζε μαλλί πλυμένο. Μια τούρκικη μαρμάρινη ,σαν πρίσμα, πέτρα κρατούσε αντίβαρο στα στημόνια του . Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι ήταν ταφόπλακα .
Στην άκρη της αυλής είχαμε ένα πλατάνι ,που είχε τις ρίζες του μισές μέσα στο ποτάμι και τις άλλες κάτω από το σπίτι μας .
Δεν μας είχε αφήσει ίσιο μέρος στα πατώματα .
Όλα τα έπιπλα είχαν τακουνάκι για να αλφαδιαστούν .
Ειδικά το τραπέζι, που χωρίς τακούνια στα πόδια ,έγερνε τα πιατικά και τα ποτήρια .
Ο παππούς μου ο Στέργιος, γόνος ηρώων Μακεδονομάχων, απο τα μεγάλα Λιβάδια στο Πάικο, μου μιλούσε Βλάχικα μονίμως .
Δεν με μάλωσε ποτέ ,με είχε αδυναμία ,γιατί γεννήθηκα μετά από άδικο χαμό και γιατί είχα το όνομα του ...αδικοχαμένου γιού του .
Το όνομα του θείου Τάκη ,που με κοιτούσε με την στολή του αξιωματικού ,από την φωτογραφία του , και με την Χολιγουντιανή του ομορφιά ,έμοιαζε να με ρωτάει κάθε φορά ! :
-Εσύ έχεις το όνομα μου βρε .?
Έμοιαζε η ερώτηση ,σαν να με ρωτούσε, η γοργόνα, αν ζει ο Μεγαλέξανδρος, ,που νόμιζα μικρός ότι έκανε βουτιές στο ποτάμι μας.
Δεν απάντησα ποτέ , ούτε σ εκείνον , ούτε στην γοργόνα που κολυμπούσε στο ποτάμι, πλάι στο σπίτι μας ,κάτω από το μεγάλο πλατάνι .
Τέτοιο καιρό πήγαινα να πω τα κάλαντα με την παρέα μου στους παππούδες μου .
Το πλατάνι είχε αδειάσει άλλη μια μέρα τα φύλλα του στην αυλή μας κι εμείς τρελαινόμασταν να περνάμε σπρώχνοντας τα ξερά πλατανόφυλλα ,κάνοντας κράτσα κρούτσα ,για να μας ακούσουν και να βγουν στην πόρτα .
Πρώτα έβγαινε η γιαγιά μου η Χρυσούλα στην πόρτα , φορώντας μαύρα Βλάχικα μακριά φουστάνια κι αφού έβλεπε ότι είμαι εγώ φώναζε τον παππού .:
Στέργιου σκοάλι , βίνι φιτσόρλου , τρι κόλιντι , σκοάτι παράτσι.
. (Στέργιο σήκω ,ήρθε το παιδί, για τα κάλαντα ,βγάλε παράδες )
Κι έτσι ξεκινούσαμε την εξόρμηση στις γειτονιές γύρω από την Κυριώτησσα , τότε 60 με 70 ,ξεκινώντας πάντα από το πατρικό μου .
Μετά δεν ξανά είπαμε τα κάλαντα ,σαν τελειώσαμε το δημοτικό !
Μετά από χρόνια ,στεκόμασταν εμείς στην πόρτα ,για να ασημώσουμε τα παιδιά της γειτονιάς.
Και μετά από χρόνια ,ήρθε η ώρα να βγω στην πόρτα για την δική μου εγγόνα .
Δόξα τω Θεω !
Κόλιντα / kolinda, κοινώς κάλαντα εκ του λατιν: calendae = νεομηνίες.
Τα "Κάλαντα" των Χριστουγέννων είναι ένα έθιμο που προέρχεται από το Βυζάντιο ("Άσματα Αγερμού", κατά τους βυζαντινούς), με απώτερη καταγωγή από το αρχαιοελληνικό έθιμο της "Ειρεσιώνης".
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου