Η πόλη της Νάουσας, από τη γέννησή της στην αρχαιότητα και καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της μέχρι σήμερα, κοσμείται με διάφορα τιμητικά επίθετα. Θα πρέπει εξ αρχής να διευκρινίσω ότι θεωρώ πως οι πόλεις Νάουσα και Μίεζα είναι συνέχεια η μία της άλλης. Στον ίδιο τόπο κτισμένες, κοινή ιστορία, το ίδιο ποτάμι. χαμηλά στη θάλασσα η μια, ένα πλάτωμα πιο ψηλά προς το βουνό η άλλη, με ενδιάμεσους παλιούς οικισμούς.
Ενιαία η περιοχή φιλοδωρήθηκε κατά καιρούς με κοσμητικούς προσδιορισμούς όπως:
Γη του Μίδα
Κήποι του Μίδα
Τόπος μυθικών βασιλέων
Μίεζα: Τόπος Στρυμόνος ή Στρυμόνιο. Τόπος των νερών.
Ποταμός Σωτήρ
Τόπος ημαθόεις (τόπος με αμμουδιές)
Ερατεινή Ημαθία
Τόπος ή κήπος των ρόδων
Νάουσα: Ελεύθερη Μητρόπολη των Χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας
«Περίφημος πόλις»
Πόλη του Κρασιού
Πόλη των Μπατανιών
Πόλη των αλευρόμυλων
Πόλη των σουσαμόμυλων.
Πόλη Βιομηχανική
Τόπος του μήλου και του ροδάκινου
Πόλη αφνειός
Πόλη γενναίων ανδρών
Άπαρτο κάστρο
Πόλη μαρτυρική
Πόλη Ηρωική
Ιστορική πόλη
Είκοσι δύο τιμητικοί τίτλοι για μια περιοχή, μια πόλη, έναν τόπο είναι κάτι ξεχωριστό, αν όχι μοναδικό.
Στο όγδοο βιβλίο του ο Ηρόδοτος[1], αναφέρει ότι κάποτε κατέλαβαν τη γη του Μίδα οι Τημενίδες. Κατοίκησαν, λέει, κοντά στους κήπους του Μίδα, σ’ αυτούς που φυτρώνουν μόνα τους τριαντάφυλλα με εξήντα φύλλα το καθένα, που ξεπερνούν σε ευωδιά όλα τα άλλα[2]. Και συνεχίζει ο Ηρόδοτος: Πάνω από αυτούς βρίσκεται το βουνό Βέρμιο, απάτητο από τον αδιάκοπο χειμώνα που επικρατεί εκεί πάνω.
Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία του Ηροδότου και για το ρόλο του ποταμού που προστάτευσε τους Τημενίδες. Σε αυτόν τον ποταμό ως σωτήρα έκαναν θυσίες οι απόγονοι των Τημενιδών. Αν είναι το δικό μας ποτάμι δεν είναι σαφές, χωρούν ενστάσεις.
Στον Στέφανο Βυζάντιο διαβάζουμε:
Τόπος Στρυμόνος ή Στρυμόνιον και Μίεζα από το όνομα της πρώτης κόρης του μυθικού Μακεδόνα βασιλιά, του Βέρητα. «Βέρης γαρ τρεις εγέννησε, Μίεζαν, Βέρροιαν, Όλγανον αφ’ών ποταμός επώνυμος, και πόλις Βέρροια και τόπος Στρυμόνος[3].
Η Μίεζα λοιπόν πόλη μυθική είναι πανάρχαια πόλη κήπων, νερών, έδρα βασιλέων.
Πάμε στον Όμηρο: Τόπος Ημαθόεις – Ημαθία και μάλιστα Ερατεινή, χάρις στα νερά και τους κήπους της, το βουνό, τις αμμουδιές και τη θάλασσά της, αξιέραστος, αξιαγάπητος τόπος. Τον προσέχουν θεοί, θεές, νύμφες, την θωπεύουν ο αέρας του βουνού και η αύρα της θάλασσας. Ο χαρακτηρισμός ερατεινή[4] απαντάται στην Ιλιάδα, όπου περιγράφεται το εναέριο ταξίδι της Ήρας από την Πιερία, μέσω της Ημαθίας για τη Λήμνο με προορισμό την Τροία.
Στο ταξίδι αυτό στάθηκε, σίγουρα, ο Αριστοτέλης, στη διδασκαλία της Ιλιάδας στη Σχολή του Νυμφαίου της Μίεζας, στον Περίπατο, για πολλούς λόγους. Και ο Αλέξανδρος, και αυτός, που είχε την Ιλιάδα, την εκ του νάρθηκος, δώρο προσωπικό του Αριστοτέλη, συντροφιά καθημερινή στην εκστρατεία του, στάθηκε πολλές φορές νοσταλγικά, γυρνώντας τη σκέψη του πίσω, στη ζωή στον «Περίπατο», στις ομορφιές της Πατρίδας του.
Σ’ αυτόν τον τόπο αναπτύσσεται στις αρχές του ΙΕ΄ αιώνα η νέα πόλη, η σημερινή Νάουσα. Οι πηγές του ποταμού συνδέονται με τον νέο οικισμό. Νέοι μύθοι, γνωστοί σε όλους, νέες προσπάθειες οργάνωσης της πόλης, η οποία έτσι πως εξελίσσεται γρήγορα, αναφέρεται και αυτή με επαινετικούς χαρακτηρισμούς.
Ο Εβλιγιά Τσελεμπή την θαυμάζει για την οργάνωση της ζωής της, την κίνηση, την αγορά, τους νέους και τις ασχολίες των κατοίκων της, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η καλλιέργεια των ρόδων, των τριαντάφυλλων, στους ονομαστούς ροδώνες της περιοχής. Πόλη λοιπόν των ρόδων η Νάουσα. Γκιουλ μπαχτσές, υπό την προστασία της Βαλτινέ Χανούμ[5].
Ο Πουκεβίλ αποκαλεί τη Νάουσα Ελεύθερη Μητρόπολη των Χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας, ενώ σε ενεπίγραφη πλάκα[6], η Νάουσα αναγράφεται ως «περίφημος πόλις».
Οι ετικέτες εξ άλλου της εισφοράς των κρασάδων της Νάουσας στην Κοινότητα για τη μισθοδοσία του προσωπικού των σχολείων ταξίδευαν με τα βαρέλια του κρασιού ή και με ασκιά σε διάφορα μέρη του κόσμου και διαφήμιζαν την πόλη ως πόλη του οίνου.
Άλλες δραστηριότητες της πόλης γι αυτήν και την περιοχή της είναι τα μπατάνια. Ήταν σε διάταξη από την μια και την άλλη όχθη κατά μήκος του ποταμού. Οι μύλοι της για το αλεύρι από σιτάρι, καλαμπόκι και κριθάρι και το λάδι, μέσα στην πόλη ήταν υδρόμυλοι[7]. Τους σησαμόμυλους, τους πρόλαβα. Μικρά, τότε, δοκιμάζαμε τη ζεστή κούσπα. Η ιστορία με την ριζοκαλλιέργεια μοιάζει για κινέζικη, αλλά για μια μακρά περίοδο ήταν Ναουσαίικη υπόθεση, πριν τη δενδροκαλλιέργεια.
Ο γνωστός καθηγητής της νεώτερης Ιστορίας του Ελληνισμού κ. Αθανάσιος Καραθανάσης αποκαλεί τη Νάουσα «αφνειό», πλούσια πόλη και πόλη με γενναίους άνδρες. Η λέξη αφνειός σημαίνει την ευημερούσα πόλη και η προσθήκη με γενναίους άνδρες σημαίνει όχι τρυφηλή πόλη, αλλά πόλη με γενναίους, ελεύθερους πολίτες.
Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν τόσο πλούσια η πόλη, ώστε η πολυετής προσπάθεια του να την κατακτήσει τον οδήγησε στην εκτροπή των νερών του ποταμού που διαρρέει την πόλη. Χωρίς το νερό σταμάτησαν τα πάντα στη Νάουσα, ώσπου βρέθηκε λύση. Κατασκευάστηκε υπόγεια σήραγγα και αμβλύνθηκε το πρόβλημα. Ξεδίψασαν ζώα και άνθρωποι.
Η μεγάλη δόξα της Νάουσας είναι το ολοκαύτωμά της. Το ποτάμι δέχτηκε και κάλυψε στα αφρισμένα του νερά τις αγέρωχες, περήφανες εκείνες γυναίκες που προτίμησαν το θάνατο από την ατίμωση. Το μπρούτζινο σύμπλεγμα στους Σντουμπάνους, έργο της αείμνηστης Κατερίνας Χαλεπά, διαιωνίζει τη θυσία των. Το ποτάμι δέχτηκε το αίμα τόσων μαρτύρων και έβαψε κόκκινα τα νερά του μέχρι τον κάμπο. Το ποτάμι κάποιους τους φύλαξε στους κόρφους του. Το ποτάμι είδε να γκρεμίζουν την κατάγραφη Εκκλησιά της Υπαπαντής, και δέχτηκε τον εσωτερικό αγιογραφικό της διάκοσμο στην κοίτη του. Μικρό κομμάτι αυτού του διάκοσμου η Παναγία του Γκέκα.
Ανοιχτό βιβλίο ιστορίας το ποτάμι. Του οφείλει η Νάουσα πολλά. Όλα τα γεννάει το ποτάμι.
Τα γεννάει ή τα τίκτει; Eδώ έχουμε ένα πρόβλημα.
Όλα τα ποτάμια είναι αρσενικού γένους. Είναι γονιμοποιοί της γης. Πώς και ονομάστηκε το ποτάμι μας με όνομα γένους θηλυκού, είναι απορίας άξιο. Είναι μαύρα τα νερά από τη βλάστηση στις κοίτες του ποταμού και παρόχθια. Δεν έχω αντίρρηση. Και άλλα νερά και ποτάμια δίνουν την εντύπωση ότι τα νερά τους είναι μαύρα, αλλά τα ονόματά τους είναι αρσενικά: Μέλας, Αράπης ή Καρά σού στα Τουρκικά, ο Στρυμόνας.
Αυτό σημαίνει ότι η Αράπιτσα στο παρελθόν είχε άλλο όνομα, αρσενικό.
Τρία ονόματα παίζουν. Ιστορικά το ποτάμι λεγόταν Στρυμών, Στρυμόνιον, όπως και η πόλη. Θα πρέπει να δεχτούμε ότι το πρώτο όνομα. Ήταν Στρυμών. Να σημειώσουμε ότι το ποτάμι προσωποποιήθηκε και λατρεύτηκε ως θεός, με το όνομα Όλγανος. Να και το δεύτερο όνομα.. Προτομή μάλιστα του Όλγανου βρέθηκε στον Κοπανό[8]. Προφανώς υπήρξε και τόπος λατρείας.
Ότι το νερό είναι θείο δώρο δεν το αμφισβητεί κανένας. Η λέξη νάμα είναι ομιλητική. «Νάμα Πλούτωνος πόρου». «Κασταλίας (πηγής) νάμα». Είναι το φυσικό νερό, αλλά είναι και κάτι άλλο, υπερβατικό, που προέρχεται από τον Θεό, προστατεύεται από τον Θεό και προστατεύει τον άνθρωπο. Από εδώ και οι καθαρμοί στην αρχαιότητα και οι σημερινοί αγιασμοί, τα Ιορδάνεια νάματα και το βάπτισμα δι’ ύδατος και Πνεύματος[9].
Και είναι άξιο παρατήρησης ότι μπορεί να χάθηκαν τα αρχαία ιερά μαζί και το όνομα Όλγανος, κτίστηκαν όμως καινούρια ιερά με όνομα αγίου που έχει σχέση με τα νερά, του Αγίου Νικολάου. Έχουμε τον απάνω Άγιο Νικόλαο, τον κάτω Άγιο Νικόλαο και το Παλιοκλήσι με το όνομα Άγιος Νικόλαος, που ανασκάφτηκε πρόσφατα και είναι μεγάλος Ναός του Ε΄ μ.Χ. αιώνα[10].
Η ετυμολογία του Όλγανος δεν είναι δύσκολη. Αν και παίδεψε πολλούς. Η λέξη είναι σύνθετη από το ΟΛ και ΓΑΝΟΣ. Το δεύτερο συνθετικό, το ουσιαστικό γάνος, σημαίνει λάμψη, στιλπνότητα, ακτινοβολία και συνδέεται με τα νερά, όταν είναι καθαρά, «στίλβον ύδωρ», και με ποτάμια με καθαρά νερά, όπως ο Ασωπός. «Ασωπού σε δέξεται γάνος»[11]. Τι τον κάναμε τον Ασωπό σήμερα…ξεχάστε το.
Το ρήμα από το οποίο προέρχεται η λέξη ΓΑΝΟΣ είναι το γανόω και κάπου γανάω και σημαίνει κάνω κάτι να λάμπει. Μπορεί να αναφέρεται στα όπλα, τα λάφυρα, τα κοσμήματα, το κρασί, το μέλι, το νερό. Διαβάζω από την Ιλιάδα: «Και κόρυθες και θώρηκες λαμπρώς γανόωντες» είναι τα λάμποντα όπλα, περικεφαλαίες και θώρακες.
Ο Αισχύλος μας μιλάει για «μάκαρας θεούς γανάοντες», είναι οι μακάριοι θεοί στην λαμπρότητά τους. Ο Πλούταρχος αναφέρεται σε ειδικούς οι οποίοι ήσαν «των αγαλμάτων επιλεαίνοντες και γανούντες», είναι αυτοί που καθιστούν τα αγάλματα λεία και στίλβοντα. Η λέξη φτάνει μέχρι σε εμάς και έχουμε το γανώνω και τον γανωτή. Η φωνή του από τα παιδικά μου χρόνια ηχεί ακόμη στα αφτιά μου. «Μπακίρια γανώνω. Ο Γανωτζής».
Το πρώτο συνθετικό της λέξης Όλγανος, το ΟΛ, σημαίνει την ολότητα. Π. χ. βίος, όλβιος. Άργυρος, ολάργυρος.
Αναφερόμαστε σε κάτι που εξ ολοκλήρου είναι ασημένιο. Όλγανος λοιπόν είναι ο ολόλαμπρος[12].
Το τρίτο όνομα, που παίζει, και ως προς τον χρόνο είναι ασαφές, προϋπήρχε ή και συνυπήρχε με το Στρυμών και το Όλγανος, είναι το όνομα Αστραίος. Το όνομα Αστραίος είναι συνώνυμο του Όλγανος. Έχει σχέση και αυτό με την λαμπρότητα, με το φώς. Άστρο λαμπρό τους οδηγεί. Είναι και το φως των αστέρων λαμπρό. Το όνομα Αστραίος αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς και είναι ποταμός της Μακεδονίας αταύτιστος. Ποιος είναι αυτός ο ποταμός;
Είχα από παλιά μια πληροφόρηση ότι ήρθε στη Νάουσα να ψαρέψει πέστροφες στον Άγιο Νικόλα ένας Εγγλέζος, με τη μέθοδο, θα έλεγα, του μπούμπουρα. Παιδιά παίζαμε με τον μπούμπουρα, που δεμένος από τα πόδια πετούσε γύρω μας. Ο Άγγλος στις ιδιαίτερες συζητήσεις του μιλούσε για διάστικτη πολύχρωμη πέστροφα και ονόμαζε την Αράπιτσα Αστραίο. Αυτά έλεγε και ακόμη, όλα τα στήριζε στους αρχαίους δικούς μας συγγραφείς.
Ο Αστραίος, μυθολογικός γίγαντας και όνομα κάποιου ποταμού της Μακεδονίας προς την πλευρά μας, δεν είχε ταυτιστεί γεωγραφικά με την Αράπιτσα.
Συγγραφείς που μιλούν για τον Αστραίο είναι οι: Ησίοδος (Θεογονία), Ψευδο-Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη), Άρατος (Φαινόμενα), Οβίδιος (Μεταμορφώσεις), Νόνος (Διονυσιακά) και εξειδικευμένα για ποταμό ο Αιλιανός). Ο Αιλιανός[13] μιλάει για τον ποταμό Αστραίο και τον τοποθετεί μεταξύ Βεροίας και Θεσσαλονίκης. Αυτή η τοποθέτηση οδήγησε άλλους να ταυτίσουν τον Αστραίο με τον Αξιό[14], άλλους με τον Αλιάκμονα[15]. Ο N. Oberhummer τοποθετεί τον Αστραίο πέραν του Αλιάκμονα, προς τα βόρεια, στον ποταμό Κοτίχα, που είναι, όπως γράφει, βορειότερη υδάτινη περιοχή του Αλιάκμονα[16].
«Ο Αιλιανός μας αφηγείται ότι στον ποταμό κατοικεί ένα πολύχρωμο ψάρι που τρέφεται από ένα έντομο που λέγεται Hippuris[17]. Για την αλιεία αυτού του ψαριού οι ψαράδες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο το έντομο, διότι με το άγγιγμα χάνεται η λάμψη του και έτσι γίνεται ακατάλληλο. Οπότε σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν για τη σύλληψή του κάποιο δόλωμα, που να μοιάζει στη μορφή και το χρώμα με το πραγματικό έντομο. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια Λιβελούλα[18], από αυτές που σε διάφορες ποικιλίες βρίσκονται σε αφθονία στους πρόποδες του Βερμίου».
Είναι γνωστό ότι η Αράπιτσα είχε πέστροφα από παλιά, πριν την ανακάλυψη της ιχθυοκαλλιέργειας και πριν την κατασκευή στον Άγιο Νικόλα των γνωστών εκτροφείων πέστροφας[19]. Υπογραμμίζω από τον Αιλιανό την τοποθέτηση της όλης δράσης της αλιείας της πέστροφας του Αστραίου ποταμού στους πρόποδες του Βερμίου. Μπορεί λοιπόν να είναι ο ποταμός αυτός της μυθικής εποχής, ο Αστραίος, η σημερινή Αράπιτσα;
Απάντηση: Ναι, αδιαφιλονίκητα, για τον πρόσθετο λόγο, ότι η Θεσσαλονίκη, στα χρόνια του Αιλιανού (Ρωμαϊκά), επικοινωνούσε με τη Βέροια μέσω Πέλλας. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε και ο Απόστολος Παύλος. Κάτι καινούριο συνεισφέρει στην υπόθεση ο κ. Ρότζιος, είναι ανάμεσά μας. Ο κ. Ρότζιος μας πληροφορεί ότι πάνω από τις πηγές του Αγίου Νικολάου υπάρχει βράχος που εκπέμπει φως ορατό υπό κατάλληλες φυσικές συνθήκες και διά γυμνού οφθαλμού και μάλιστα από πολύ μακριά. Ο κ Ρότζιος έχει κάποιες φωτογραφίες, θα μας τις προβάλλει κάποια στιγμή.
Έχουμε λοιπόν ένα ποτάμι ιστορικό. Μπορεί, ίσως, να μην είναι το ποτάμι o σωτήρας των Τημενιδών, βέβαιο είναι ότι στην αρχαιότητα λατρεύονταν, είναι όμως η κατά τη μεσημβρία τάφρος, το ανάχωμα, τείχος και οχύρωμα, πού κατέστησε την Πόλη άπαρτο κάστρο στους κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων Αγώνες της. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ούτε ο Εμιν αγάς Λουμπούτ μπόρεσε να μπει από την πλευρά της Αράπιτσας στην πόλη, αν και ανέβασε στρατεύματά του μέχρι τον μοναχό πλάτανο από την πλευρά της παλιόστρατας με πολλές απώλειες.
Αγαπητοί,
Έχουμε ένα ποτάμι θείο δώρο, Αμαλθείας κέρας, στο οποίο οφείλουμε την κατά καιρούς ύπαρξη, ανάπτυξη, τον πλούτο και τη φήμη της πόλης μας.
Έχω δυο ερωτήσεις για τη σημερινή μας συντροφιά.
Ερώτηση πρώτη: Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι χωρίς αυτό το ποτάμι δεν μπορούμε να ζήσουμε;
Ερώτηση δεύτερη: Πώς το αντιμετωπίσαμε και πώς το αντιμετωπίζουμε αυτό το ποτάμι;
Φοβάμαι ότι μπαίνω στα χωράφια των συνομιλητών μου. Το θέμα μου με υποχρεώνει να δω την Αράπιτσα μόνο ιστορικά. Αφήνω τα ερωτήματα μετέωρα.
Θα κλείσω με ένα περιστατικό.
Καθηγητής του Σχολείου μου γίνεται καθηγητής Πανεπιστημίου στην έδρα της Υδραυλικής. Το χαρήκαμε όλοι. Μετά από χρόνια ήρθε στη Νάουσα και πήγαμε στον Άγιο Νικόλα για ένα κρασί. Το όνομά του ήταν Βασίλης Δερμίσης. Εκεί που τρώγαμε άρχισαν να σκάζουν φουρνέλα. Τι γίνεται μου λέγει. Του είπα ότι ο Δήμος ανοίγει δρόμο για το εκτροφείο θηραμάτων πάνω από τις πηγές. Δήμαρχος ο Φιλώτας. Είδα τον Δερμίση να χλομιάζει. Θα χάσετε το νερό, μου λέει.
Να μην τα πολυλογώ. Ο δρόμος σταμάτησε. Φαντάστηκα όμως για μια στιγμή τη Νάουσα χωρίς την Αράπιτσα ή τον Όλγανο ή τον Αστραίο, χωρίς το ποτάμι της, όπως και αν το ονομάσουμε... Κρανίου τόπος.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
[1] 138.
[2] Επίσης σ’ αυτούς τους κήπους, όπως λένε οι Μακεδόνες, γράφει ο Ηρόδοτος, πιάστηκε ο Σειληνός.
[3] Η ρίζα της λέξης στρυμών συναντάται σε πολλές Ευρωπαϊκές γλώσσες. Στρυμ σημαίνει νερά που τρέχουν, άφθονα νερά.
[4] Ραψωδία Ξ, 226.
[5] Η Νάουσα είναι προμηθεύτρια του παλατιού σε προσόψια και αρώματα.
[6] Υπήρχε στην αυλή του Α΄ Δημοτικού Σχολείου στη Νάουσα
[7] Ανταποδίδοντας επίσκεψη Γάλλων στα πλαίσια μορφωτικών ανταλλαγών βρεθήκαμε στη Βρετάνη της Γαλλίας. Εμείς τους είχαμε πάει εδώ στις αρχαιότητές μας, αυτοί μας πήγαν εκεί σε έναν μύλο. Αυτό είχαν, αυτό μας έδειξαν. Για να μη τους αδικώ, μας έδειξαν και τους Ντολμέν. Dolmen Gate.
[8] Σήμερα κοσμεί το Μουσείο της Βέροιας.
[9] Και μεταφορικά: «τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας ΝΑΜΑΣΙΝ καταρδεύσαντας». Το νάμα από το νάω, από όπου και η μετοχή νάουσα.
[10] Το όνομα του Ναού Άγιος Νικόλαος σώθηκε στην Ιστορία της πόλεως του Πλαταρίδη - Στουγιαννάκη. Τρεις Αγιανικόλαδες σε μια περιοχή δείχνουν την αξία του τόπου και των νερών της.
[11] Ευρ. Ικ. 1150. σ..Ε.Β. Σε τέτοια ποτάμια γίνονταν και οι καθαρμοί. Ο άνθρωπος επιζητεί την καθαρότητα. Θέλει να λάμπει και εξωτερικά και εσωτερικά. Και στη σημερινή θρησκεία λέμε Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν και λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
[12] Υπάρχει και διαφορετική άποψη, που έχει διατυπωθεί, ότι ετυμολογικά το Όλγανος προέρχεται από το ρήμα έλκω και το ουσιαστικό ολκή. Και συσχετίζεται με το ότι ο ποταμός μεταφέρει λασπίζει στη διάρκεια καταρρακτωδών βροχών. Νοηματικά είμαστε στον αντίποδα.
[13] Στο περί ζώων ιδιότητος κεφ. XV .
[14] Βλ.Gottlieb Friendrich Tafel “De Salonika eiuscqve agro geografiko», Berlin 1839.
[15] Βλ. Leake, Travel in Northern Greece III 292.
[16] Αναφορά στον Adolf Herman Struk, μετάφραση του Βεροιώτη γιατρού Γ. Πράπα, έκδοση του «ΛΑΟΥ» της Βέροιας.
[17] Ιππουρίς, φυτό, φύεται στις όχθες της Αράπιτσας. Προσομοιάζει με ουρά αλόγου. Έντομο Hipuris μου είναι άγνωστο.
17 Λιβελλούλα: έντομο με λεπτό σώμα με μεγάλα λεπτοϋμενώδη φτερά.
18 Όλοι, οι παλιοί, το γνωρίζουμε ότι υπήρχε εγχώρια πέστροφα και οι ψαράδες της με υπομονή πολλή ψάρευαν με το καλάμι. Εμείς μικρά πιάναμε καραβίδες. Μεγάλος, σε κτήμα της Πλακιένιας, σε στάσιμο νερό από τις υπερχειλίσεις πλαϊνού υδραύλακα, είδα να κολυμπάνε δεκάδες μικρές καραβίδες (πριν 40 χρόνια). Όταν τα νερά ήταν ελεύθερα, κρύα και διαυγή η πέστροφα έφτανε να κολυμπάει ακόμη και σε ρυάκια του κάμπου. Ο φίλος Ηλίας Αλιτζανίδης έγραψε ένα αξιόλογο βιβλίο για τα Λευκάδια, πρόσφατη έκδοση του συλλόγου του τα Ανθέμια. Στη σελίδα 17 γράφει: «Το χωριό περιβάλλεται από ποτάμια και πολλά νερά, τα οποία ήταν καθαρά και πλούσια σε ψάρια και καραβίδες». Μιλάει για τα χρόνια της εγκατάστασης των Ποντίων στο χωριό.
Ενιαία η περιοχή φιλοδωρήθηκε κατά καιρούς με κοσμητικούς προσδιορισμούς όπως:
Γη του Μίδα
Κήποι του Μίδα
Τόπος μυθικών βασιλέων
Μίεζα: Τόπος Στρυμόνος ή Στρυμόνιο. Τόπος των νερών.
Ποταμός Σωτήρ
Τόπος ημαθόεις (τόπος με αμμουδιές)
Ερατεινή Ημαθία
Τόπος ή κήπος των ρόδων
Νάουσα: Ελεύθερη Μητρόπολη των Χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας
«Περίφημος πόλις»
Πόλη του Κρασιού
Πόλη των Μπατανιών
Πόλη των αλευρόμυλων
Πόλη των σουσαμόμυλων.
Πόλη Βιομηχανική
Τόπος του μήλου και του ροδάκινου
Πόλη αφνειός
Πόλη γενναίων ανδρών
Άπαρτο κάστρο
Πόλη μαρτυρική
Πόλη Ηρωική
Ιστορική πόλη
Είκοσι δύο τιμητικοί τίτλοι για μια περιοχή, μια πόλη, έναν τόπο είναι κάτι ξεχωριστό, αν όχι μοναδικό.
Στο όγδοο βιβλίο του ο Ηρόδοτος[1], αναφέρει ότι κάποτε κατέλαβαν τη γη του Μίδα οι Τημενίδες. Κατοίκησαν, λέει, κοντά στους κήπους του Μίδα, σ’ αυτούς που φυτρώνουν μόνα τους τριαντάφυλλα με εξήντα φύλλα το καθένα, που ξεπερνούν σε ευωδιά όλα τα άλλα[2]. Και συνεχίζει ο Ηρόδοτος: Πάνω από αυτούς βρίσκεται το βουνό Βέρμιο, απάτητο από τον αδιάκοπο χειμώνα που επικρατεί εκεί πάνω.
Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία του Ηροδότου και για το ρόλο του ποταμού που προστάτευσε τους Τημενίδες. Σε αυτόν τον ποταμό ως σωτήρα έκαναν θυσίες οι απόγονοι των Τημενιδών. Αν είναι το δικό μας ποτάμι δεν είναι σαφές, χωρούν ενστάσεις.
Στον Στέφανο Βυζάντιο διαβάζουμε:
Τόπος Στρυμόνος ή Στρυμόνιον και Μίεζα από το όνομα της πρώτης κόρης του μυθικού Μακεδόνα βασιλιά, του Βέρητα. «Βέρης γαρ τρεις εγέννησε, Μίεζαν, Βέρροιαν, Όλγανον αφ’ών ποταμός επώνυμος, και πόλις Βέρροια και τόπος Στρυμόνος[3].
Η Μίεζα λοιπόν πόλη μυθική είναι πανάρχαια πόλη κήπων, νερών, έδρα βασιλέων.
Πάμε στον Όμηρο: Τόπος Ημαθόεις – Ημαθία και μάλιστα Ερατεινή, χάρις στα νερά και τους κήπους της, το βουνό, τις αμμουδιές και τη θάλασσά της, αξιέραστος, αξιαγάπητος τόπος. Τον προσέχουν θεοί, θεές, νύμφες, την θωπεύουν ο αέρας του βουνού και η αύρα της θάλασσας. Ο χαρακτηρισμός ερατεινή[4] απαντάται στην Ιλιάδα, όπου περιγράφεται το εναέριο ταξίδι της Ήρας από την Πιερία, μέσω της Ημαθίας για τη Λήμνο με προορισμό την Τροία.
Στο ταξίδι αυτό στάθηκε, σίγουρα, ο Αριστοτέλης, στη διδασκαλία της Ιλιάδας στη Σχολή του Νυμφαίου της Μίεζας, στον Περίπατο, για πολλούς λόγους. Και ο Αλέξανδρος, και αυτός, που είχε την Ιλιάδα, την εκ του νάρθηκος, δώρο προσωπικό του Αριστοτέλη, συντροφιά καθημερινή στην εκστρατεία του, στάθηκε πολλές φορές νοσταλγικά, γυρνώντας τη σκέψη του πίσω, στη ζωή στον «Περίπατο», στις ομορφιές της Πατρίδας του.
Σ’ αυτόν τον τόπο αναπτύσσεται στις αρχές του ΙΕ΄ αιώνα η νέα πόλη, η σημερινή Νάουσα. Οι πηγές του ποταμού συνδέονται με τον νέο οικισμό. Νέοι μύθοι, γνωστοί σε όλους, νέες προσπάθειες οργάνωσης της πόλης, η οποία έτσι πως εξελίσσεται γρήγορα, αναφέρεται και αυτή με επαινετικούς χαρακτηρισμούς.
Ο Εβλιγιά Τσελεμπή την θαυμάζει για την οργάνωση της ζωής της, την κίνηση, την αγορά, τους νέους και τις ασχολίες των κατοίκων της, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η καλλιέργεια των ρόδων, των τριαντάφυλλων, στους ονομαστούς ροδώνες της περιοχής. Πόλη λοιπόν των ρόδων η Νάουσα. Γκιουλ μπαχτσές, υπό την προστασία της Βαλτινέ Χανούμ[5].
Ο Πουκεβίλ αποκαλεί τη Νάουσα Ελεύθερη Μητρόπολη των Χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας, ενώ σε ενεπίγραφη πλάκα[6], η Νάουσα αναγράφεται ως «περίφημος πόλις».
Οι ετικέτες εξ άλλου της εισφοράς των κρασάδων της Νάουσας στην Κοινότητα για τη μισθοδοσία του προσωπικού των σχολείων ταξίδευαν με τα βαρέλια του κρασιού ή και με ασκιά σε διάφορα μέρη του κόσμου και διαφήμιζαν την πόλη ως πόλη του οίνου.
Άλλες δραστηριότητες της πόλης γι αυτήν και την περιοχή της είναι τα μπατάνια. Ήταν σε διάταξη από την μια και την άλλη όχθη κατά μήκος του ποταμού. Οι μύλοι της για το αλεύρι από σιτάρι, καλαμπόκι και κριθάρι και το λάδι, μέσα στην πόλη ήταν υδρόμυλοι[7]. Τους σησαμόμυλους, τους πρόλαβα. Μικρά, τότε, δοκιμάζαμε τη ζεστή κούσπα. Η ιστορία με την ριζοκαλλιέργεια μοιάζει για κινέζικη, αλλά για μια μακρά περίοδο ήταν Ναουσαίικη υπόθεση, πριν τη δενδροκαλλιέργεια.
Ο γνωστός καθηγητής της νεώτερης Ιστορίας του Ελληνισμού κ. Αθανάσιος Καραθανάσης αποκαλεί τη Νάουσα «αφνειό», πλούσια πόλη και πόλη με γενναίους άνδρες. Η λέξη αφνειός σημαίνει την ευημερούσα πόλη και η προσθήκη με γενναίους άνδρες σημαίνει όχι τρυφηλή πόλη, αλλά πόλη με γενναίους, ελεύθερους πολίτες.
Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν τόσο πλούσια η πόλη, ώστε η πολυετής προσπάθεια του να την κατακτήσει τον οδήγησε στην εκτροπή των νερών του ποταμού που διαρρέει την πόλη. Χωρίς το νερό σταμάτησαν τα πάντα στη Νάουσα, ώσπου βρέθηκε λύση. Κατασκευάστηκε υπόγεια σήραγγα και αμβλύνθηκε το πρόβλημα. Ξεδίψασαν ζώα και άνθρωποι.
Η μεγάλη δόξα της Νάουσας είναι το ολοκαύτωμά της. Το ποτάμι δέχτηκε και κάλυψε στα αφρισμένα του νερά τις αγέρωχες, περήφανες εκείνες γυναίκες που προτίμησαν το θάνατο από την ατίμωση. Το μπρούτζινο σύμπλεγμα στους Σντουμπάνους, έργο της αείμνηστης Κατερίνας Χαλεπά, διαιωνίζει τη θυσία των. Το ποτάμι δέχτηκε το αίμα τόσων μαρτύρων και έβαψε κόκκινα τα νερά του μέχρι τον κάμπο. Το ποτάμι κάποιους τους φύλαξε στους κόρφους του. Το ποτάμι είδε να γκρεμίζουν την κατάγραφη Εκκλησιά της Υπαπαντής, και δέχτηκε τον εσωτερικό αγιογραφικό της διάκοσμο στην κοίτη του. Μικρό κομμάτι αυτού του διάκοσμου η Παναγία του Γκέκα.
Ανοιχτό βιβλίο ιστορίας το ποτάμι. Του οφείλει η Νάουσα πολλά. Όλα τα γεννάει το ποτάμι.
Τα γεννάει ή τα τίκτει; Eδώ έχουμε ένα πρόβλημα.
Όλα τα ποτάμια είναι αρσενικού γένους. Είναι γονιμοποιοί της γης. Πώς και ονομάστηκε το ποτάμι μας με όνομα γένους θηλυκού, είναι απορίας άξιο. Είναι μαύρα τα νερά από τη βλάστηση στις κοίτες του ποταμού και παρόχθια. Δεν έχω αντίρρηση. Και άλλα νερά και ποτάμια δίνουν την εντύπωση ότι τα νερά τους είναι μαύρα, αλλά τα ονόματά τους είναι αρσενικά: Μέλας, Αράπης ή Καρά σού στα Τουρκικά, ο Στρυμόνας.
Αυτό σημαίνει ότι η Αράπιτσα στο παρελθόν είχε άλλο όνομα, αρσενικό.
Τρία ονόματα παίζουν. Ιστορικά το ποτάμι λεγόταν Στρυμών, Στρυμόνιον, όπως και η πόλη. Θα πρέπει να δεχτούμε ότι το πρώτο όνομα. Ήταν Στρυμών. Να σημειώσουμε ότι το ποτάμι προσωποποιήθηκε και λατρεύτηκε ως θεός, με το όνομα Όλγανος. Να και το δεύτερο όνομα.. Προτομή μάλιστα του Όλγανου βρέθηκε στον Κοπανό[8]. Προφανώς υπήρξε και τόπος λατρείας.
Ότι το νερό είναι θείο δώρο δεν το αμφισβητεί κανένας. Η λέξη νάμα είναι ομιλητική. «Νάμα Πλούτωνος πόρου». «Κασταλίας (πηγής) νάμα». Είναι το φυσικό νερό, αλλά είναι και κάτι άλλο, υπερβατικό, που προέρχεται από τον Θεό, προστατεύεται από τον Θεό και προστατεύει τον άνθρωπο. Από εδώ και οι καθαρμοί στην αρχαιότητα και οι σημερινοί αγιασμοί, τα Ιορδάνεια νάματα και το βάπτισμα δι’ ύδατος και Πνεύματος[9].
Και είναι άξιο παρατήρησης ότι μπορεί να χάθηκαν τα αρχαία ιερά μαζί και το όνομα Όλγανος, κτίστηκαν όμως καινούρια ιερά με όνομα αγίου που έχει σχέση με τα νερά, του Αγίου Νικολάου. Έχουμε τον απάνω Άγιο Νικόλαο, τον κάτω Άγιο Νικόλαο και το Παλιοκλήσι με το όνομα Άγιος Νικόλαος, που ανασκάφτηκε πρόσφατα και είναι μεγάλος Ναός του Ε΄ μ.Χ. αιώνα[10].
Η ετυμολογία του Όλγανος δεν είναι δύσκολη. Αν και παίδεψε πολλούς. Η λέξη είναι σύνθετη από το ΟΛ και ΓΑΝΟΣ. Το δεύτερο συνθετικό, το ουσιαστικό γάνος, σημαίνει λάμψη, στιλπνότητα, ακτινοβολία και συνδέεται με τα νερά, όταν είναι καθαρά, «στίλβον ύδωρ», και με ποτάμια με καθαρά νερά, όπως ο Ασωπός. «Ασωπού σε δέξεται γάνος»[11]. Τι τον κάναμε τον Ασωπό σήμερα…ξεχάστε το.
Το ρήμα από το οποίο προέρχεται η λέξη ΓΑΝΟΣ είναι το γανόω και κάπου γανάω και σημαίνει κάνω κάτι να λάμπει. Μπορεί να αναφέρεται στα όπλα, τα λάφυρα, τα κοσμήματα, το κρασί, το μέλι, το νερό. Διαβάζω από την Ιλιάδα: «Και κόρυθες και θώρηκες λαμπρώς γανόωντες» είναι τα λάμποντα όπλα, περικεφαλαίες και θώρακες.
Ο Αισχύλος μας μιλάει για «μάκαρας θεούς γανάοντες», είναι οι μακάριοι θεοί στην λαμπρότητά τους. Ο Πλούταρχος αναφέρεται σε ειδικούς οι οποίοι ήσαν «των αγαλμάτων επιλεαίνοντες και γανούντες», είναι αυτοί που καθιστούν τα αγάλματα λεία και στίλβοντα. Η λέξη φτάνει μέχρι σε εμάς και έχουμε το γανώνω και τον γανωτή. Η φωνή του από τα παιδικά μου χρόνια ηχεί ακόμη στα αφτιά μου. «Μπακίρια γανώνω. Ο Γανωτζής».
Το πρώτο συνθετικό της λέξης Όλγανος, το ΟΛ, σημαίνει την ολότητα. Π. χ. βίος, όλβιος. Άργυρος, ολάργυρος.
Αναφερόμαστε σε κάτι που εξ ολοκλήρου είναι ασημένιο. Όλγανος λοιπόν είναι ο ολόλαμπρος[12].
Το τρίτο όνομα, που παίζει, και ως προς τον χρόνο είναι ασαφές, προϋπήρχε ή και συνυπήρχε με το Στρυμών και το Όλγανος, είναι το όνομα Αστραίος. Το όνομα Αστραίος είναι συνώνυμο του Όλγανος. Έχει σχέση και αυτό με την λαμπρότητα, με το φώς. Άστρο λαμπρό τους οδηγεί. Είναι και το φως των αστέρων λαμπρό. Το όνομα Αστραίος αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς και είναι ποταμός της Μακεδονίας αταύτιστος. Ποιος είναι αυτός ο ποταμός;
Είχα από παλιά μια πληροφόρηση ότι ήρθε στη Νάουσα να ψαρέψει πέστροφες στον Άγιο Νικόλα ένας Εγγλέζος, με τη μέθοδο, θα έλεγα, του μπούμπουρα. Παιδιά παίζαμε με τον μπούμπουρα, που δεμένος από τα πόδια πετούσε γύρω μας. Ο Άγγλος στις ιδιαίτερες συζητήσεις του μιλούσε για διάστικτη πολύχρωμη πέστροφα και ονόμαζε την Αράπιτσα Αστραίο. Αυτά έλεγε και ακόμη, όλα τα στήριζε στους αρχαίους δικούς μας συγγραφείς.
Ο Αστραίος, μυθολογικός γίγαντας και όνομα κάποιου ποταμού της Μακεδονίας προς την πλευρά μας, δεν είχε ταυτιστεί γεωγραφικά με την Αράπιτσα.
Συγγραφείς που μιλούν για τον Αστραίο είναι οι: Ησίοδος (Θεογονία), Ψευδο-Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη), Άρατος (Φαινόμενα), Οβίδιος (Μεταμορφώσεις), Νόνος (Διονυσιακά) και εξειδικευμένα για ποταμό ο Αιλιανός). Ο Αιλιανός[13] μιλάει για τον ποταμό Αστραίο και τον τοποθετεί μεταξύ Βεροίας και Θεσσαλονίκης. Αυτή η τοποθέτηση οδήγησε άλλους να ταυτίσουν τον Αστραίο με τον Αξιό[14], άλλους με τον Αλιάκμονα[15]. Ο N. Oberhummer τοποθετεί τον Αστραίο πέραν του Αλιάκμονα, προς τα βόρεια, στον ποταμό Κοτίχα, που είναι, όπως γράφει, βορειότερη υδάτινη περιοχή του Αλιάκμονα[16].
«Ο Αιλιανός μας αφηγείται ότι στον ποταμό κατοικεί ένα πολύχρωμο ψάρι που τρέφεται από ένα έντομο που λέγεται Hippuris[17]. Για την αλιεία αυτού του ψαριού οι ψαράδες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο το έντομο, διότι με το άγγιγμα χάνεται η λάμψη του και έτσι γίνεται ακατάλληλο. Οπότε σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν για τη σύλληψή του κάποιο δόλωμα, που να μοιάζει στη μορφή και το χρώμα με το πραγματικό έντομο. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια Λιβελούλα[18], από αυτές που σε διάφορες ποικιλίες βρίσκονται σε αφθονία στους πρόποδες του Βερμίου».
Είναι γνωστό ότι η Αράπιτσα είχε πέστροφα από παλιά, πριν την ανακάλυψη της ιχθυοκαλλιέργειας και πριν την κατασκευή στον Άγιο Νικόλα των γνωστών εκτροφείων πέστροφας[19]. Υπογραμμίζω από τον Αιλιανό την τοποθέτηση της όλης δράσης της αλιείας της πέστροφας του Αστραίου ποταμού στους πρόποδες του Βερμίου. Μπορεί λοιπόν να είναι ο ποταμός αυτός της μυθικής εποχής, ο Αστραίος, η σημερινή Αράπιτσα;
Απάντηση: Ναι, αδιαφιλονίκητα, για τον πρόσθετο λόγο, ότι η Θεσσαλονίκη, στα χρόνια του Αιλιανού (Ρωμαϊκά), επικοινωνούσε με τη Βέροια μέσω Πέλλας. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε και ο Απόστολος Παύλος. Κάτι καινούριο συνεισφέρει στην υπόθεση ο κ. Ρότζιος, είναι ανάμεσά μας. Ο κ. Ρότζιος μας πληροφορεί ότι πάνω από τις πηγές του Αγίου Νικολάου υπάρχει βράχος που εκπέμπει φως ορατό υπό κατάλληλες φυσικές συνθήκες και διά γυμνού οφθαλμού και μάλιστα από πολύ μακριά. Ο κ Ρότζιος έχει κάποιες φωτογραφίες, θα μας τις προβάλλει κάποια στιγμή.
Έχουμε λοιπόν ένα ποτάμι ιστορικό. Μπορεί, ίσως, να μην είναι το ποτάμι o σωτήρας των Τημενιδών, βέβαιο είναι ότι στην αρχαιότητα λατρεύονταν, είναι όμως η κατά τη μεσημβρία τάφρος, το ανάχωμα, τείχος και οχύρωμα, πού κατέστησε την Πόλη άπαρτο κάστρο στους κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων Αγώνες της. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ούτε ο Εμιν αγάς Λουμπούτ μπόρεσε να μπει από την πλευρά της Αράπιτσας στην πόλη, αν και ανέβασε στρατεύματά του μέχρι τον μοναχό πλάτανο από την πλευρά της παλιόστρατας με πολλές απώλειες.
Αγαπητοί,
Έχουμε ένα ποτάμι θείο δώρο, Αμαλθείας κέρας, στο οποίο οφείλουμε την κατά καιρούς ύπαρξη, ανάπτυξη, τον πλούτο και τη φήμη της πόλης μας.
Έχω δυο ερωτήσεις για τη σημερινή μας συντροφιά.
Ερώτηση πρώτη: Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι χωρίς αυτό το ποτάμι δεν μπορούμε να ζήσουμε;
Ερώτηση δεύτερη: Πώς το αντιμετωπίσαμε και πώς το αντιμετωπίζουμε αυτό το ποτάμι;
Φοβάμαι ότι μπαίνω στα χωράφια των συνομιλητών μου. Το θέμα μου με υποχρεώνει να δω την Αράπιτσα μόνο ιστορικά. Αφήνω τα ερωτήματα μετέωρα.
Θα κλείσω με ένα περιστατικό.
Καθηγητής του Σχολείου μου γίνεται καθηγητής Πανεπιστημίου στην έδρα της Υδραυλικής. Το χαρήκαμε όλοι. Μετά από χρόνια ήρθε στη Νάουσα και πήγαμε στον Άγιο Νικόλα για ένα κρασί. Το όνομά του ήταν Βασίλης Δερμίσης. Εκεί που τρώγαμε άρχισαν να σκάζουν φουρνέλα. Τι γίνεται μου λέγει. Του είπα ότι ο Δήμος ανοίγει δρόμο για το εκτροφείο θηραμάτων πάνω από τις πηγές. Δήμαρχος ο Φιλώτας. Είδα τον Δερμίση να χλομιάζει. Θα χάσετε το νερό, μου λέει.
Να μην τα πολυλογώ. Ο δρόμος σταμάτησε. Φαντάστηκα όμως για μια στιγμή τη Νάουσα χωρίς την Αράπιτσα ή τον Όλγανο ή τον Αστραίο, χωρίς το ποτάμι της, όπως και αν το ονομάσουμε... Κρανίου τόπος.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
[1] 138.
[2] Επίσης σ’ αυτούς τους κήπους, όπως λένε οι Μακεδόνες, γράφει ο Ηρόδοτος, πιάστηκε ο Σειληνός.
[3] Η ρίζα της λέξης στρυμών συναντάται σε πολλές Ευρωπαϊκές γλώσσες. Στρυμ σημαίνει νερά που τρέχουν, άφθονα νερά.
[4] Ραψωδία Ξ, 226.
[5] Η Νάουσα είναι προμηθεύτρια του παλατιού σε προσόψια και αρώματα.
[6] Υπήρχε στην αυλή του Α΄ Δημοτικού Σχολείου στη Νάουσα
[7] Ανταποδίδοντας επίσκεψη Γάλλων στα πλαίσια μορφωτικών ανταλλαγών βρεθήκαμε στη Βρετάνη της Γαλλίας. Εμείς τους είχαμε πάει εδώ στις αρχαιότητές μας, αυτοί μας πήγαν εκεί σε έναν μύλο. Αυτό είχαν, αυτό μας έδειξαν. Για να μη τους αδικώ, μας έδειξαν και τους Ντολμέν. Dolmen Gate.
[8] Σήμερα κοσμεί το Μουσείο της Βέροιας.
[9] Και μεταφορικά: «τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας ΝΑΜΑΣΙΝ καταρδεύσαντας». Το νάμα από το νάω, από όπου και η μετοχή νάουσα.
[10] Το όνομα του Ναού Άγιος Νικόλαος σώθηκε στην Ιστορία της πόλεως του Πλαταρίδη - Στουγιαννάκη. Τρεις Αγιανικόλαδες σε μια περιοχή δείχνουν την αξία του τόπου και των νερών της.
[11] Ευρ. Ικ. 1150. σ..Ε.Β. Σε τέτοια ποτάμια γίνονταν και οι καθαρμοί. Ο άνθρωπος επιζητεί την καθαρότητα. Θέλει να λάμπει και εξωτερικά και εσωτερικά. Και στη σημερινή θρησκεία λέμε Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν και λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
[12] Υπάρχει και διαφορετική άποψη, που έχει διατυπωθεί, ότι ετυμολογικά το Όλγανος προέρχεται από το ρήμα έλκω και το ουσιαστικό ολκή. Και συσχετίζεται με το ότι ο ποταμός μεταφέρει λασπίζει στη διάρκεια καταρρακτωδών βροχών. Νοηματικά είμαστε στον αντίποδα.
[13] Στο περί ζώων ιδιότητος κεφ. XV .
[14] Βλ.Gottlieb Friendrich Tafel “De Salonika eiuscqve agro geografiko», Berlin 1839.
[15] Βλ. Leake, Travel in Northern Greece III 292.
[16] Αναφορά στον Adolf Herman Struk, μετάφραση του Βεροιώτη γιατρού Γ. Πράπα, έκδοση του «ΛΑΟΥ» της Βέροιας.
[17] Ιππουρίς, φυτό, φύεται στις όχθες της Αράπιτσας. Προσομοιάζει με ουρά αλόγου. Έντομο Hipuris μου είναι άγνωστο.
17 Λιβελλούλα: έντομο με λεπτό σώμα με μεγάλα λεπτοϋμενώδη φτερά.
18 Όλοι, οι παλιοί, το γνωρίζουμε ότι υπήρχε εγχώρια πέστροφα και οι ψαράδες της με υπομονή πολλή ψάρευαν με το καλάμι. Εμείς μικρά πιάναμε καραβίδες. Μεγάλος, σε κτήμα της Πλακιένιας, σε στάσιμο νερό από τις υπερχειλίσεις πλαϊνού υδραύλακα, είδα να κολυμπάνε δεκάδες μικρές καραβίδες (πριν 40 χρόνια). Όταν τα νερά ήταν ελεύθερα, κρύα και διαυγή η πέστροφα έφτανε να κολυμπάει ακόμη και σε ρυάκια του κάμπου. Ο φίλος Ηλίας Αλιτζανίδης έγραψε ένα αξιόλογο βιβλίο για τα Λευκάδια, πρόσφατη έκδοση του συλλόγου του τα Ανθέμια. Στη σελίδα 17 γράφει: «Το χωριό περιβάλλεται από ποτάμια και πολλά νερά, τα οποία ήταν καθαρά και πλούσια σε ψάρια και καραβίδες». Μιλάει για τα χρόνια της εγκατάστασης των Ποντίων στο χωριό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου