Με μεγάλη συμμετοχή κόσμου (ανάμεσα τους, η Δήμαρχος Βέροιας Χαρούλα Ουσουλτζόγλου και ο αντιδήμαρχος Νίκος Μαυροκεφαλίδης) πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου της Σοφίας Νικολαϊδου «Χορεύουν οι ελέφαντες» την Δευτέρα 1 Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας. Την ευθύνη της διοργάνωσης είχαν η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας , ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ημαθίας, και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (με την υποστήριξη του Βιβλιοπωλείου «ΕΠΙΚΑΙΡΟ»)
Στην αρχή της εκδήλωσης η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων νομού Ημαθίας Ευγενία Καβαλλάρη παρουσίασε το βιογραφικό της συγγραφέως καθώς και το συγγραφικό της έργο.
Στη συνέχεια ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Αλέκος Χατζηκώστας παρουσίασε το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται το βιβλίο (την υπόθεση της δολοφονίας ΠΟλκ τονίζοντας: «…Θα μάθουμε άραγε όλη την αλήθεια γύρω από την υπόθεση Πολκ; Πιθανόν ναι, πιθανόν όχι. Κι αν μάθουμε, αυτό θα γίνει, μάλλον, ύστερα από αρκετά χρόνια, γιατί πέραν των άλλων, αυτή η υπόθεση είναι άμεσα συνδεδεμένη με το καθεστώς των στενών σχέσεων της άρχουσας τάξης της Ελλάδας με τους ιμπεριαλιστές, με το καθεστώς της αμερικανοκρατίας ειδικότερα. Ένα καθεστώς πάνω στο οποίο στηρίχτηκε όλος ο μεταπολεμικός ελληνικός καπιταλισμός. Γι' αυτό το συμπέρασμα, δεν μπορεί να υπάρχει δεύτερη γνώμη. Ανεξαρτήτως ποιοι σκότωσαν τον Πολκ, ανεξαρτήτως αν αυτοί ήταν Έλληνες, παρακρατικοί ή κρατικοί παράγοντες (άλλωστε οι μεν και οι δε ήταν συγκοινωνούντα δοχεία), ανεξαρτήτως αν τον σκότωσαν Εγγλέζοι ή Αμερικάνοι ή και όλοι μαζί σε αγαστή συνεργασία, ένα είναι βέβαιο: Οι πάντες - όλοι δηλαδή οι προαναφερόμενοι - συνεργάστηκαν ώστε να μην αποκαλυφθούν ποτέ οι ένοχοι, να κουκουλωθεί η πραγματική διάσταση της υπόθεσης και να στηθεί μια σκευωρία σε βάρος του ΚΚΕ… Ετσι εξηγείται το πέπλο μυστηρίου που σκεπάζει την υπόθεση Πολκ ως τα σήμερα. Έτσι ερμηνεύεται το γεγονός ότι οι Άγγλοι να κρατάνε τα αρχεία τους ερμητικά κλειστά, οι Αμερικανοί να επικαλούνται ακόμη και ... απώλεια εγγράφων (CIA) ή να δίνουν στη δημοσιότητα έγγραφα άγρια λογοκριμένα, και η ελληνική δικαιοσύνη να αρνείται πεισματικά την αποκατάστασή του…»
Ο φιλόλογος και μέλος του Δ.Σ του Συνδέσμου Φιλολόγων Παντελής Τσαλουχίδης υπογράμμισε για το έργο: «…Το μυθιστόρημα διαιρείται σε ευρύτερες ενότητες που εναλλάσσουν τα γεγονότα γύρω από το 1948 και μετά (όσο χρειάζεται για να παρακολουθηθεί η ζωή των προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση) με τα γεγονότα του σχολικού έτους 2010-2011. Ευφυείς οι τίτλοι των ενοτήτων, ιδίως όσων σχετίζονται με τη σύγχρονη εποχή, καθώς υιοθετούνται συνθήματα από graffiti όπως «Το μόνο πτυχίο που αξίζει είναι το τρελόχαρτο» ή «Κάτω τα χέρια από τα μυαλά μας» ή «Δώσε τρόπο στην οργή» κά. Κάθε ενότητα διαιρείται σε υποενότητες οι οποίες παίρνουν το όνομά τους από τον ήρωα που μιλά σε αυτές Υπάρχουν τέλος και ενότητες τιτλοφορημένες «Οι άλλοι λένε» όπου ακούγεται η φωνή του αφηγητή, αν και συχνά όχι μόνο του αφηγητή. Χώρος δράσης των προσώπων σε παρελθόν και παρόν παραμένει η Θεσσαλονίκη. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος - κάτι που ισχύει και για το Απόψε δεν έχουμε φίλους - μπορούν να διαιρεθούν στα ιστορικά πρόσωπα και τα αμιγώς μυθιστορηματικά πρόσωπα. … Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αφηγηματικές τεχνικές του μυθιστορήματος. Η αφήγηση κατανέμεται ανάμεσα στα πρόσωπα και τον κεντρικό παντογνώστη αφηγητή. Όμως δεν υπάρχουν στεγανά σε αυτήν την κατανομή καθώς τα πρόσωπα μπορούν να μιλούν μέσα από πρωτοπρόσωπη αφήγηση (εξόφθαλμα εσωτερική εστίαση) αλλά και μέσα από τριτοπρόσωπη (οπότε παρεμβάλλεται ως φίλτρο ο κεντρικός αφηγητής) με αποτέλεσμα η εστίαση εκεί να κινείται διαρκώς από μηδενική σε εσωτερική – η τελευταία με τη χρήση ελεύθερου πλάγιου λόγου – και αντίστροφα. Αντίστοιχα και στις ενότητες που κυριαρχεί ο παντογνώστης αφηγητής η Νικολαΐδου επιτυγχάνει να σπάσει τη μονοτονία της τριτοπρόσωπης αφήγησης με σύντομες, συχνά δυσδιάκριτες τομές σε ελεύθερο πλάγιο λόγο από τις οποίες αναδύεται ο λόγος του ήρωα. Έγινε σαφές βέβαια ότι η κυρίαρχη εστίαση είναι εσωτερική/μεταβλητή καθώς περνά από πρόσωπο σε πρόσωπο. Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι γίνεται εσωτερική/ πολλαπλή, όταν κάποιο γεγονός περνά σε δυο ή περισσότερες αφηγήσεις από διαφορετικό πρόσωπο και οπτική γωνία, συμπληρωματικές ωστόσο μεταξύ τους. Ο κεντρικός αφηγητής τέλος αναλαμβάνει να κλείσει τα κενά ανάμεσα στις επιμέρους αφηγήσεις συνδέοντας τα γεγονότα και συνθέτοντας την χρονική αλυσίδα…»
Στο τέλος η συγγραφέας αναφερμένη στο έργο της τόνισε ανάμεσα στ’ άλλα: «…Με ενδιέφερε με το έργο μου να αντικρύσω δύο εποχές για να αναδείξω την ελληνική παθογένεια. Να αναδείξω τι μπορεί να πάθει ένας απλός άνθρωπος στη μέγγενη ενός παντοδύναμου μηχανισμού…Τότε θυσιάνε έναν άνθρωπο για να σώσουν όπως είπαν μία χώρα…Με ενδιαφέρει η ιστορία όχι ως ιστορικό ρεπορτάζ αλλά η άμεση σχέση των εποχών…Δεν έχει θέση στο έργο μου η κατήχηση αλλά ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα με βάση τα δεδομένα που του προσφέρονται…». Επίσης με βάση και το γεγονός ότι η συγγραφέας είναι φιλόλογος που διδάσκει σε μαθητές, υπογράμμισε ότι αφιερώνει το βιβλίο στους μαθητές της, ενώ αναφέρθηκε και σε διδακτικές εμπειρίες που στάθηκαν χρήσιμες για τη συγγραφή του βιβλίου της.
Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο ηθοποιός Αντώνης Μομπαϊτζής, ενώ στο τέλος ακολούθησε διάλογος με τους παρευρισκόμενους.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου