Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα κι
εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι, ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο
σπίτι. Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. «Δεν
πειράζει», σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν. Αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι
έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια...
και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα
μέσα σε έναν υπνόσακο. Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το
φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω…
- Αδελφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να
σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει την ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα.
Ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω…
- Αδελφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει την ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη
κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο, γιατί εγώ ακόμα κρυώνω…
- Αδελφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση τού πουθενά και
δε μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε ό,τι κάνει ένα
παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι, πάτερ, καθόλου δε θα με πείραζε, λέει εκείνη
αναψοκοκκινισμένη...
- Ε, τότε σήκω πάνω και παρ’ τη μόνη σου τη ρημάδα την
κουβέρτα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου