Δυο πιτσιρικάδες γυρνάνε σπίτια τους ένα βραδάκι και για να γελάσουν λίγο... είπαν να περάσουν μέσα από το νεκροταφείο της πόλης. Καθώς, λοιπόν, προχωράνε ανάμεσα στα μνήματα, ακούνε ξαφνικά ένα τακ-τακ-τακ κάπου κοντά τους και πετάγονται από το φόβο τους φωνάζοντας! Ο ήχος...
ακουγόταν ολοένα και πιο καθαρά, αλλά η ομίχλη που είχε εκείνη βραδιά, τους εμπόδιζε να δουν τι ήταν αυτό που έκανε αυτό τον ήχο. Περπατώντας λοιπόν, δειλά-δειλά προς τη μεριά που ακουγόταν το τακ-τακ... διακρίνουν κάποια στιγμή έναν γέρο δίπλα σε ένα μνήμα, να κρατά ένα σφυρί και ένα καλέμι και να σκαλίζει κάτι σε ένα μαρμάρινο σταυρό. Οι πιτσιρικάδες ξεφύσησαν μια ανάσα ανακούφισης μόλις είδαν τον παππού να σκαλίζει.
- Μας τρόμαξες, ρε μπάρμπα. Νομίζαμε ότι ήταν κάποιο φάντασμα και μας κόπηκαν τα αίματα. Τι σου ‘ρθε βραδιάτικα και σκαλίζεις στο σταυρό;
- Οι άχρηστοι! Έγραψαν το όνομά μου λάθος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου