Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Η έκφραση της λαϊκής βούλησης και το πρόβλημα του γιαουρτώματος (σπονδυλωτό αφήγημα). Γράφει ο Παναγιώτης Ρέππας


Αφήγημα πρώτο.Ο επιδέξιος γάτος
     Είναι λυπηρό το θέαμα του προπηλακισμού και μάλιστα ανθρώπων, που δεν βρίσκονται πλέον στη νιότη τους, αλλά ομολογώ, ότι αντιμετωπίζω τα τελευταία γεγονότα με ανάμικτα συναισθήματα χαιρεκακίας και δέους. Χαιρεκακία για το τσαλάκωμα των επαγγελματιών της πολιτικής (εφόσον βέβαια τα περιστατικά παραμένουν στο επίπεδο απλού τσαλακώματος) και δέος γιατί βλέπω, ότι ξεκινήσανε τα όργανα (και συγκεκριμένα τα
Αραβικά τουμπερλέκια).
     Από εικοσαετίας είδα, ότι το τρελό καταναλωτικό ξεφάντωμα, θα κατέληγε σε θρήνους και κοπετούς, όμως τότε δεν τολμούσα να αρθρώσω δεύτερη λέξη. Που να τολμήσεις εκείνη την εποχή να πείς, ότι ο πλούτος, για τον οποίο όλοι τσακώνονται, είναι δανεικά (και όχι μόνο δανεικό χρήμα, αλλά και «δανεισμός» φυσικών πόρων από μελλοντικές γενεές, στις οποίες αποδίδεται κατεστραμμένο περιβάλλον). Μήπως πριν είκοσι χρόνια το εξωτερικό χρέος ήταν σε λογικά επίπεδα για μία χώρα με την δική μας παραγωγική βάση και τον δικό μας πληθυσμό; Μήπως πριν είκοσι χρόνια η οικονομία μας δούλευε με διαφάνεια και ορθολογισμό; Μήπως και τότε (και πριν) το κράτος δεν ήταν εχθρός του παραγωγικού επαγγελματία; (αλλά ο καλύτερος σύμμαχος των γραφειοκρατικοδίαιτων ειδικοτήτων). Μήπως από τότε δεν ήταν καταφανές, ότι η υψηλή παραγωγικότητα (σε σχέση με το παρελθόν) στην αγροτική οικονομία και την βιομηχανία- μεταφορές κ.λ.π. και μάλιστα από τόσο λίγο προσωπικό σε αυτούς τους τομείς,οφειλόταν στον άμετρο βιασμό της φύσης; Βέβαια τα πράγματα χειροτέρεψαν περαιτέρω σε αυτό το διάστημα, αλλά υπήρχε περίπτωση να μην γίνει τελικά έτσι; Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς μάντης, ή σοφός, ή κορυφαίος οικονομολόγος για να το δεί· κι όμως ο καυγάς ήταν για το κομμάτι της δανεικής πίτας, που ήθελε ο καθένας να οικειοποιηθεί. Ολοι πίστευαν (ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν), ότι ο πλούτος αυτός ήταν αποτέλεσμα σκληρής εργασίας και μάλιστα η κάθε συντεχνία προέβαλε την δική της «καταλυτική» συμβολή στην «δημιουργία» αυτού του «πλούτου» και απαιτούσε ανάλογο μερίδιο.
     Η συντεχνία των (μεγαλο)επιχειρηματιών και των γιάπηδων μας έλεγε, ότι ο πλούτος οφείλεται στα δικά τους μαγικά κόλπα, που δημιουργούν (!!!) υπεραξίες. Τι είναι υπεραξία; Δεν είναι να το να φουσκώνεις την αξία του εμπορεύματος σου; Μα τότε δεν κλέβεις (την υπεραξία) από το κορόιδο, που το αγοράζει; Το ότι και αυτός με την σειρά του πιθανόν να έχει καρπωθεί ανάλογες υπεραξίες μειώνει το βάρος της κλοπής; Κάποιοι δεν πληρώνουν τελικά αυτό το βάρος; Προφανώς αυτοί, που δεν μπορούν να «δημιουργήσουν» υπεραξίες.
     Η πολιτικάντικη συντεχνία είχε διπλό ρόλο. Το εκάστοτε κυβερνών κόμμα και τα συν αυτώ γκόλντενλαμόγια έλεγαν, ότι αυτοί πρωτίστως είναι οι μάγοι, που έφερναν χρήμα με το τσουβάλι από την Ε.Ε.. Ετσιστον συνένοχο λαό (που ήξερε τις αρπαχτές τους και τις ενέκρινε σε όλες τις εκλογές) διαμορφωνόταν η αντίληψη, ότι δικαιούνται τις «χορηγίες» τους. Αν αυτοί που κατάφεραν να καθίσουν σε ένα γραφείο του δημόσιου, ή του ιδιωτικού τομέα, το μισό ενεργό πληθυσμό δεν είναι μάγοι και άξιοι βασιλικής αμοιβής, τότε ποιος είναι; Αμα το γιάπικο γατάκι* καθίζει μία γκομενάρα στο αυτοκίνητο του και μετατρέπει τις λαμαρίνες σε περιπόθητο θησαυρό, μας λέει ότι είναι μάγος, τότε ο γάτος ο αλάνης, το κυβερνητικό τζιμάνι, που παίρνει ένα κωλόχαρτο, το γυρνάει σε πενήντα γραφεία, μαζεύει πενήντα υπογραφές και στο κάνει να αξίζει πενήντα σακιά στάρι τι είναι; Υπάρχει κανένα γατάκι παγκοσμίως, που μπορεί να δημιουργήσει τις υπεραξίες του Ελληνικού δημοσίου;
     Ηταν πολύ βολικό για όλους να παίζουν τις γραφειοκρατικές κουμπάρες και να βαυκαλίζονται, ότισυνδημιουργούν πλούτο …Ετσι το να κάνεις τα στραβά μάτια για τα λαμόγια, που άρμεγαν από ταχρωστούμενα, δεν ήταν και έγκλημα. Εκλεβαν ασύστολα τα φράγκα των κουτόφραγκων …αλλά πάλι μοιράζονταν αρκετά στο καταναλωτικό πάρτι, που μετείχαμε σχεδόν όλοι. Η μαγκιά ήταν, ότι ο Ελληνικός καπιταλισμός δεν εγκλωβίστηκε στα παρακατιανά παραγωγικά μοντέλα της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και άλλων κρυόκωλων. Αφήσαμε τους φτηνούς υλιστές στην παραγωγική μιζέρια τους και στήσαμε (με την σοφή καθοδήγηση των κυβερνητικών πολιτικών και των «ειδικών επιστημονικών» συμβούλων τους) την πιο κερδοφόρα επιχείρηση: παραγωγή χαρτούρας και αέρα κοπανιστού. Η μηχανή δούλευε τόσο καλά, που κάθε παραγωγική εργασία έγινε ασύμφορη σε αυτόν τον τόπο. Αυτό μας έλειψε το περιούσιον έθνος να ασχολείται με ποταπά έργα. Οποιος αχρείος επέμενε να ασχολείται με αυτά, ήταν προφανώς από φύση του κατώτερος και δεν είχε θέση ανάμεσα σε αυτόν τον εκλεπτυσμένο κόσμο. Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε στάρι (αφού παράγουν οι Καναδοί). Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε αυτοκίνητα, μηχανήματα (αφού φτιάχνουν οι Γερμανοί, οι Ιταλοί, οι Γιαπωνέζοι). Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε υπολογιστές, αφού φτιάχνουν οι Αμερικάνοι. Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε υφάσματα, αφού φτιάχνουν οι Ινδοί, οι Αιγύπτιοι, οι Τούρκοι. Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε πλοία, αφού φτιάχνουν οιΚορεάτες. Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουμε τσολιαδάκια, αφού φτιάχνουν οι Ταϊβανέζοι. Και αφού μάλιστα μπήκαν και νέα κορόϊδα στην αγορά (Κινέζοι, πρώην ανατολικές χώρες κ.λ.π.) και αφού ξαφνικά πλημμυρίσαμε και από δουλικά, φυσικό ήταν το έθνος το εκλεκτό (καθοδηγούμενο από τους πολιτικούς γάτους, που μόνο από τους κόλπους του θα μπορούσαν να προέλθουν) να αφιερωθεί σε πιο ευγενήεπαγγέλματα, όπως πραγματικά του αξίζει.
     Ετσι γεμίσαμε από συντεχνίες «σκληρά» εργαζόμενων (πνευματικά και σωματικά) που κάθε μία από αυτές, με τις πλάτες αφενός των μόνιμων επαναστατών, αφετέρου της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης (δηλαδή της προηγούμενης και επόμενης κυβέρνησης) που στην αντιπολιτευτική της θητεία συναγωνιζόταν σε επαναστατικότητα τους επαγγελματίες επαναστάτες και με την καθοδήγηση των επαγγελματιών συνδικαλιστών, απαιτούσε (και κατάφερνε) μέσω των κλαδικών «αγώνων» την διαρκώς μεγαλύτερη ανισότητα από τους «απλούς» εργάτες του ιδιωτικού τομέα. Και ως κερασάκι στην τούρτα της πολιτικής και συνδικαλιστικής υποκρισίας είχαμε τις ετήσιες μονοήμερες και διήμερες απεργίες για τον κατώτατο μισθό- μεροκάματο ! Η «εργατική αλληλεγγύη» περιοριζόταν στην ετήσια φιέστα, που στην ουσία ήταν μία ακόμη αργία με αγωνιστικό περίβλημα για τους υποκριτές. Γιατί για το κατώτατο μεροκάματο δεν έκλειναν δρόμοι και αεροδρόμια, δεν κατέβαιναν διακόπτες του ηλεκτρικού, δεν είχαμε ούτε μία απεργία μέχρι τελικής δικαίωσης; Δεν είναι μόνο οι πολιτικοί πονηροί και υποκριτές λοιπόν· είναι και ο λαός· αλλιώς δεν θα μπορούσαν να τον καβαλήσουν.
     Δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω. Αντίθετα· όταν συνειδητοποίησα τα πάμπολλα δικά μου ελαττώματα, κατάλαβα γιατί πάμε τόσο στραβά. Γιατί είναι η ασημαντότητα μας, που κάνει τα στραβά μας να μην φαίνονται. Δυστυχώς όμως δεν φαίνονται ως μεμονωμένες περιπτώσεις· η μοιραία άθροιση από την ίδια την ζωή των σφαλμάτων όλων ημών των ασήμαντων φέρνει τα καταστροφικά αποτελέσματα, που δεν κρύβονται με τίποτα.

*copyright: Αντώνης Κανάκης (μη με περιλάβει και μένα κανάς Θέμος για αντιγραφέα)

Αφήγημα δεύτερο
Λυκόπουλα· θηρευτές ή θηράματα;
     Όπως είπα, τα τουμπερλέκια αντηχούν από την Σαχάρα σαν εξαγριωμένοι Δροσουλίτες. Το χάος στην αρχή είναι εντυπωσιακό και γοητευτικό και πάνω απ όλα εκτονωτικό· πολύ σύντομα όμως θα γίνει ανυπόφορος εφιάλτης, γιατί είναι πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα. Επειδή λοιπόν δεν θα μπορέσουμε να αντέξουμε για πολύ το χάος, σύντομα θα υποταχτούμε στον πιο δυναμικό εξουσιαστή, που θα προκύψει από την αιματηρή διαπάλη για την εξουσία. Οποιος και αν είναι αυτός, το βέβαιο είναι, ότι ο φόβος και ο ζόφος θα συντρίβουν για πολλά χρόνια τις καρδιές μας. Το λέω αυτό, γιατί πολλοί τελευταία, παρασυρμένοι από την οργή τους ορέγονται εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Δεν είναι ηρωισμός να βάλεις μπροστά την κρεατομηχανή· είναι αφέλεια και ματαιοδοξία. Καμία επανάσταση δεν κατέληξε στο ζητούμενο της· όλες άνοιξαν τον δρόμο σε μία νέα σκληρότερη κάστα εξουσίας και για ειρωνεία στακορόιδα, που της έστρωσαν τον δρόμο, τμήματα της προηγούμενης κάστας εξουσίας και ρουφιάνοι του προηγούμενου καθεστώτος αλλάζουν στρατόπεδο και γίνονται αποδεκτοί από το νέο σύστημα, ενώ οι ίδιοι καταλήγουν σε φυλακές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Σου λέει το καθίκι «αφού επαναστάτησες με τους προηγούμενους, γιατί να μην κάνεις το ίδιο και με εμάς; Ενώ ο άλλος είναι εγγυημένος ρουφιάνος».
     Δεν ξέρω, αν θα φτάσουμε καν σε επόμενες εκλογές, χωρίς τέτοιου είδους εξελίξεις· αλλά και αν φτάσουμε με τους σημερινούς πολιτικούς όρους, παράταση ελάχιστων μηνών (ή και εβδομάδων) θα πάρουμε πριν το μοιραίο ξέσπασμα. Ολοι λέμε για αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, ριζικές ανατροπές, όμως ο καθένας στο μυαλό του έχει κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Δεν πρέπει ο καθένας να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς εννοεί και να δούμε, αν μπορεί να προκύψει κάτι αποδεκτό από την πραγματική πλειοψηφείατου λαού; Αν δεν μπορεί, τότε τι να πω, καλή τύχη στον καθένα μας στον αντίξοο αγώνα για επιβίωση, που θα ακολουθήσει. Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον, όσο υπάρχει ακόμα καιρός για ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης. Ξέρω, ότι λέω πως ζυμώσεις και διαβουλεύσεις ετών (και δεκαετιών ίσως) πρέπει να γίνουν σε μήνες και εβδομάδες, αλλά είναι η μόνη περίπτωση να αλλάξουν οι πολιτικοί όροι πριν το χάος.
     Το κύριο πρόβλημα με τις κυβερνήσεις είναι, ότι άλλα λένε πριν τις εκλογές (αφουγκραζόμενες τις επιθυμίες της κοινής γνώμης) και άλλα κάνουν μετά, στηριζόμενες στην ασάφεια και την αοριστολογία των όσων είπαν. Όχι ότι πολλές φορές δεν ανατρέπουν και τα λίγα, που είπαν με σαφήνεια, αλλά έγινε άτυπος θεσμός της πολιτείας μας πλέον, όσα λέγονται προεκλογικά, να θεωρούνται από τους ψηφοφόρους συγχωρητέες και απαραίτητες παρλαπίπες. Καθένας μας θεωρεί το επίπεδο των άλλων (συμπολιτών του) χαμηλό και συγχωρεί τις πολιτικάντικες τακτικές λέγοντας «έλα μωρέ· και τι να πεί ο άνθρωπος σε αυτά τα ζώα; Για το καλό τους γίνεται· άμα τους πεις την αλήθεια, υπάρχει περίπτωση να σε ψηφίσουν; Θα ψηφίσουν, αυτόν που τα λέει ευχάριστα». Πολύ λογικό και προσγειωμένο δεν ακούγεται αυτό; Εμπεριέχει όμως όλη την πονηρία ψηφοφόρων και ψηφιζομένων. Αν είναι χαμηλού επιπέδου οι συμπολίτες σου, γιατί δεν προσπαθείς, να τους το ανεβάσεις; Από ταπεινοφροσύνη ρίχνεις το δικό σου «υψηλό» επίπεδο στην χυδαιότητα των χειρότερων ψηφοφόρων; Η πιστεύεις, ότι όλοι είμαστε λιγούρια, που περιμένουν ένα κόκαλο; Δεν υπάρχουν καθόλου ψηφοφόροι κάποιου επιπέδου, που θα αναλάμβαναν να εκλαϊκεύσουν το όραμα, αν υπήρχε; Προσωπικά πιστεύω, ότι υπάρχουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, χιλιάδες πολίτες, που θα το έκαναν ανιδιοτελώς. Επίσης πιστεύω, ότι και όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι ζώα· στις προσωπικές τους υποθέσεις, γιατί είναι σοβαροί; (οι περισσότεροι) Απλά για αυτούς είναι βίωμα, ότι το κράτος δεν είναι δική τους υπόθεση, αλλά των επαγγελματιών της πολιτικής και των παραπολιτικών «επιστημονικών» ειδικοτήτων. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες της εξουσίας (όλων των πολιτικών χρωμάτων) φροντίζουν διαρκώς να ενισχύουν αυτή την αντίληψη, βάζοντας ο καθένας όσα περισσότερα τρομαγμένα πρόβατα μπορεί στο μαντρί του.
     Όμως δεν είναι ακριβώς πρόβατα (τρομαγμένα είναι αναμφισβήτητα) και αυτό φαίνεται στην καθημερινότητα τους. Δεν είναι λοιπόν μόνο από άγνοια, η εξαχρειωμένη πολιτική τους στάση. Αν δεν γνωρίζουν τα πάντα, σίγουρα γνωρίζουν, ότι ακολουθούν και στηρίζουν λύκους· απλά ελπίζουν, ότι δια της υποταγής θα γίνουν λυκόπουλα. Η αφέλεια είναι αδελφή της πονηρίας· λες και θα μπορούσε να γίνει κοπάδι μόνο με λύκους και λυκόπουλα· τι θα τρώνε όλοι αυτοί; Όπως βλέπουμε και στην φύση, όταν υπάρχει έλλειψη θηραμάτων, οι λύκοι ρίχνονται και στα λυκόπουλα. Κι όταν εκείνα καταλαβαίνουν, πως δεν πρόκειται πιά για παιχνίδια, αλλά ήλθε η σειρά τους, αλυχτούν απελπισμένα « έλεος. Δικαιοσύνη. Τι κακό κάναμε;» Η ζωή μάς αποδεικνύει με δραματικό τρόπο (μέσα από την παρατήρηση της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας) ότι οι ολοφυρμοί και οι ολολυγμοί, οι κατάρες και οι οιμωγές σπάνια αποφέρουν θετικό αποτέλεσμα για τα θύματα. Αντίθετα καταδεικνύουν την αδυναμία τους στους θήτες (οι οποίοι σπεύδουν να την εκμεταλλευτούν).
     Επειδή κανείς μας δεν θέλει να καταλήξει θήραμα, πρέπει (οι πολίτες) να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας· και αυτό δεν σημαίνει οχλαγωγίες, αναβρασμούς, γκιλοτίνες. Αυτό σημαίνει προτάσεις συγκεκριμένες, συνολικές αλλά και εξειδικευμένες ανά τομέα. Ας κάνει ο καθένας (κόμμα, ομάδα, πρόσωπο) τις προτάσεις του και ας τις θέσει σε δημόσιο διάλογο. Αν εμείς οι ψηφοφόροι είμαστε υποχρεωμένοι να εκφραζόμαστε, όχι μόνο διά της ψήφου, αλλά και δια του λόγου, τότε αυτοί που ζητάνε την ψήφο (και την εξουσία) τι υποχρέωση έχουν; Να μας πετάνε συνθήματα ως προτάσεις; Ολοι μας ζητούν προκαταβολικά την έγκριση, για ότι και αν κάνουν μετά. Κανείς δεν μιλάει με συγκεκριμένες προτάσεις, ούτε για ένα θέμα. Ελεγε το ΠΑΣΟΚ προεκλογικά «πράσινη ανάπτυξη, ήλιος, άνεμος, διαχείριση απορριμμάτων κ.λ.π.. Ποιος θα έλεγε όχι σε αυτά; Είπε, ότι θα αυξάνει διαρκώς το ηλεκτρικό, για να χρηματοδοτεί όσους έχουν φράγκα να βάλλουν φωτοβολταϊκά; Είπε, ότι θα εγκλωβίσει την φτωχολογιά στα γκέτο, για να έχουν οι λεφτάδες (και όσοι μέχρι τώρα παρανόμησαν) την ησυχία τους στα εξοχικά τους; Είπε, ότι πράσινη ανάπτυξη είναι να αυξάνεις τα εισιτήρια στις αστικές συγκοινωνίες; Είπε ότι το «ο ρυπαίνων πληρώνει» ισχύει για το σαραβαλάκι του φτωχού, αλλά σε καμία περίπτωση για εκείνα, που ο ίδιος υφίσταται; Γιατί το σαραβαλάκι θα πληρώσει, ούτως ή άλλως τα «πράσινα» τέλη, ενώ ο μεγάλος βιομηχανικός ρυπαντής θα επικαλεστεί οικονομικά προβλήματα, εξωτερικό ανταγωνισμό, θέσεις εργασίας και θα γλιτώσει το μεγαλύτερο μέρος του πρόστιμου που δήθεν του επιβάλλεται, (αλλά και τα τέλη κυκλοφορίας, γιατί έχει «οικολογικό» αυτοκίνητο, και επίσης αντί να πληρώνει το ρεύμα, θα πληρώνεται, γιατί «ευαισθητοποιημένος» ων, στο σπίτι του έβαλε φωτοβολταϊκά και παθητικά ενεργειακά συστήματα). Είπε, ότι κάποιοι θα αναγκαστούν, να βγούν στο μεϊντάνι, γιατί θα γίνει ο τόπος τους χωματερή, χωρίς αποζημίωση για τις περιουσίες τους;
     Όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα, αφού κανένα κόμμα, κανένας υποψήφιος δεν μας λέει προεκλογικά ούτε καν το σύνταγμα που προτείνει. Εχει περάσει η αντίληψη, ότι το σύνταγμα είναι υπόθεση κάποιων σοφών ειδικών και εμείς οι πολίτες μπορούμε να έχουμε μόνο έμμεση συμμετοχή στην διαμόρφωση του. Κρίνουμε ποιος ειδικός φοράει καλλίτερο κουστούμι, ποιος έχει μεγαλύτερη ευφράδεια λόγου, καλύτερη φωτογένεια και καθορίζουμε δια της ψήφου μας ποιοι θα είναι κάθε φορά οι νομομάγειροι, ή ακόμη πιο έμμεσα, ποιοι θα ορίσουν τους νομομάγειρους. Περίεργη αντίληψη δεν έχει το σύστημα, που με θεωρεί ικανό να ορίσω τον νομοθέτη, αλλά ανίκανο να κρίνω τον νόμο; Από τότε που ερωτηθήκαμε, αν προτιμάμε εγχώριες δυναστείες αντί των Γλύξκμπουργκ, το μόνο που αποφασίζουμε, είναι ποιος οίκος θα αναλαμβάνει κάθε φορά τα ηνία.
     Γιατί τα κόμματα, που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, δεν κάνουν το νομοπαρασκευαστικό τους έργο (τουλάχιστον όσον αφορά την πάγια νομοθεσία) και δεν το παρουσιάζουν στον λαό για διαβούλευση (πριν τις εκλογές); Ποια είναι η προετοιμασία για σοβαρή και δίκαιη ενάσκηση της εξουσίας, όσων την διεκδικούν; Δημόσιες σχέσεις, συνωμοσίες, πυροδότηση εξεγέρσεων, παρλαπίπες σε κανάλια και έντυπα· αυτή είναι η προετοιμασία όλων σχεδόν των επαγγελματιών της πολιτικής, γιατί το μόνο ζητούμενο είναι τα προνόμια της εξουσίας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, η καθολική συμμετοχή και η εναλλαγή στις θέσεις εξουσίας μίας κοινωνίας είναι άγνωστος τόπος ακόμη και για τα πιο «ριζοσπαστικά» κόμματα. Δεν λέω, ότι η βουλή για παράδειγμα, ως νομοθετικό σώμα δεν θα κυριαρχείτο ούτως ή άλλως από τα παραπολιτικά επαγγέλματα (νομικοί, οικονομολόγοι κ.λ.π.) και εν γένει επιστήμονες και τεχνοκράτες· δεν θα έπρεπε όμως ανάμεσα στους τριακόσιους, να βρίσκονται και τριάντα απόμαχοι εργάτες και αγρότες πραγματικοί; Δεν θα έπρεπε όλοι αυτοί να κάνουν μία, ή (οι πράγματι ξεχωριστοί)  το πολύ δύο θητείες; Το ίδιο και για κάθε άλλη θέση εξουσίας, ακόμη και για τις μη αιρετές (όπου είναι δυνατόν). Δεν θα έπρεπε να είναι πιο δύσκολη η μετάβαση από την μία εξουσία στην άλλη και γενικά η ισόβια παραμονή σε θέσεις δημόσιας εξουσίας;
     Υποτίθεται, ότι κάποια κόμματα λένε περίπου τα ίδια, στην πράξη όμως όλα έχουν καθιερώσει μία εσωτερική κάστα επαγγελματιών της εξουσίας, που απλά αλλάζουν κομματικά πόστα (εκτός όσων μπορούν να βρίσκουν διέξοδο στα παραπολιτικά επαγγέλματα). Ακόμη και οι δαχτυλομετρούμενοιεργάτες και αγρότες που έφτασαν ποτέ στην βουλή, κατ ουσίαν δεν υπήρξαν ποτέ εργάτες, ή αγρότες· το επάγγελμα του συνδικαλιστή ασκούσαν (αλλά έχουν ένσημα, όσα δέκα πραγματικοί εργάτες ο καθένας). Αυτοί που λουφάρουν σε βάρος των συναδέλφων τους, μοστράρουν την λούφα ως αντίδραση στην εργοδοσία (με την οποία βέβαια είναι όλο χαμόγελα και πολιτισμένους τρόπους) και στο τέλος καταλήγουν επαγγελματίες «εκπρόσωποι» των εργαζομένων. Οι πιο πετυχημένοι στο επάγγελμα του συνδικαλιστή μπορεί να φτάσουν και στην βουλή, αλλά ποτέ ένας πραγματικός αγρότης, ή εργάτης. Καθένας που έχει θητεύσει σε χειρωνακτικά επαγγέλματα, γνωρίζει τι σόι δουλευταράδες έγιναν τελικά οι «εκπρόσωποι» του και γνωρίζει πολύ καλά τι σόι αλληλεγγύη και ήθος έδειχναν στο συντομότατο διάστημα της «εργατικής» τους καριέρας. Κι όμως αυτούς κρίνουν τα κόμματα άξιους για τις ελάχιστες θέσεις της εκπροσώπησης της εργατικής τάξης.
     Κατανοώ, ότι καθένας, που υποστηρίζει ένα κόμμα, μπορεί να θεωρεί τα στελέχη του άξια για περισσότερες της μίας θητείες. Γιατί όμως, δεν απαιτεί το όριο των δύο θητειών; (και μετά ή ανώτερο αξίωμα, ή απλό μέλος του κόμματος και να γυρίσει σε κάποια, όχι κομματικοδίαιτη εργασία). Πως μπορεί να είναι κάποιος αναντικατάστατος για ένα αξίωμα, αλλά να μην μπορεί να πάει παραπάνω; Π.χ. κάποιος φτάνει στο ανώτατο κομματικό αξίωμα, του υποψήφιου πρωθυπουργού στις βουλευτικές εκλογές· αν δύο φορές δεν καταφέρει να γίνει πρωθυπουργός, γιατί να μην τελειώσει εκεί η ευδόκιμη ίσως κατά τα άλλα πολιτική του καριέρα του (ως στέλεχος) και να αναλάβει άλλος από το κόμμα του; Αυτό σημαίνει, ότι τα μέλη και οι ψηφοφόροι ακόμη και των πιο προοδευτικών κομμάτων θεωρούν τους εαυτούς τους ανάξιους να μετέχουν ουσιωδώς στις πολιτικές διεργασίες, παρά το ότι αισθάνονται πρωτοπόροι ως πολίτες (αφού κατά την γνώμη τους ακολουθούν το σωστό κόμμα). Πως περιμένουν λοιπόν οι «μάζες» των ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας να λειτουργήσουν διαφορετικά; Τι βλέπουν αυτές οι «μάζες» στα δικά τους «πρωτοποριακά» κόμματα; Απλά κάποια άλλα λιγούρια, που ορέγονται κρατική εξουσία και λένε μεγάλα λόγια, μήπως και την υφαρπάξουν, ή για να διατηρούν τουλάχιστον τα προνόμια της κομματικής τους εξουσίας. Ο λόγος που κανένα κόμμα δεν πείθει για την ανιδιοτέλεια του, είναι ακριβώς αυτή ηπροσκόληση των στελεχών του στα προνόμια της εξουσίας.
     Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος, που ούτε τα κόμματα της αριστεράς θέλουν δημόσια συζήτηση για την θεσμοθέτηση των κανόνων της δημοκρατίας (γιατί θεωρητικώς συμφωνούν με αυτά και θα αναγκάζονταν να τα αποδεχτούν, οπότε πάει περίπατο το επάγγελμα του πολιτικού αγωνιστή). Τον τελευταίο αιώνα επικράτησε η ιδέα, ότι η δημοκρατία πρέπει να κάνει πίσω σε σχέση με την «εξειδίκευση» (της διοίκησης). Οι παραπολιτικές ειδικότητες μονοπώλησαν, δήθεν από τις περίπλοκες ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, την εξουσία. Από την μία ο «επιστημονικός» καπιταλισμός και από την άλλη ο «επιστημονικός» σοσιαλισμός έπεισαν…ότι οι πολιτικές διαφορές, είναι διαφορετικές «επιστημονικές» προσεγγίσεις και δεν πέφτει λόγος στον απλό λαό, παρά να ακολουθήσει και να βροντοφωνάξει τα συνθήματα, που ακούγονται ευηχέστερα. Το ότι ο δεύτερος κατέρρευσε πριν είκοσι χρόνια χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς και ο πρώτος καταρρέει τώρα, χωρίς επίσης να τον ενοχλήσει κανείς, δεν φαίνεται να λέει και πολλά στους «ειδικούς επιστήμονες»…Πρέπει όμως έστω και την ύστατη στιγμή να ταρακουνήσει τον λαό. Όχι βέβαια για να σώσουμε τον «επιστημονικό» καπιταλισμό, αλλά για να φτιάξουμε το νέο πολίτευμα της πραγματικής δημοκρατίας, πριν ορμήσουν τα θηρία, για να μας κατασπαράξουν. Αυτή είναι η μόνη άμυνα των θηραμάτων. Αν μέχρι τώρα νομίζαμε, ότι οι «ειδικοί» κάνουν μαγικά, τώρα βλέπουμε, πως τα κόλπα τους ήταν απάτη. Η περίπλοκη δομή της οικονομίας και η χαώδης νομοθεσία έναν στόχο είχαν· την κυριαρχία των παραπολιτικών συντεχνιών, χωρίς βέβαια να θίγονται τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας· η περίφημη κοινωνία των δύο τρίτων. Βεβαίως οι εσωτερικές αντιθέσεις (μέσα σε αυτά τα δύο τρίτα) οι ανταγωνισμοί και οι διαγκωνισμοί δεν έλειψαν ποτέ (και γελοιοδέσταταέπαιρναν συχνά και «ιδεολογικό» χαρακτήρα), αλλά αυτή η διελκυστίνδα δεν είχε ποτέ στο ένα άκρο της αυτούς, που αναζητούσαν το δίκαιο· και στις δύο μεριές λιγούρια τράβαγαν το σκοινί.

Αφήγημα τρίτο
Το εργατικό τζιτζίκι
     Ας δούμε λοιπόν σε ποιόν οφείλεται ο πλούτος (που όλοι διεκδικούν) και πού πρέπει να αποδοθεί. Αναμφισβήτητα στην προβιομηχανική κοινωνία ωφείλετο στην εργασία, τους καρπούς της οποίας υπέκλεπταν οι ανώτερες τάξεις. Στην βιομηχανική και μεταβιομηχανική κοινωνία όμως, ο πλούτος αυτός οφείλεται στην λεηλασία των φυσικών πόρων και μάλιστα εκείνων, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ανεξάντλητοι (η γονιμότητα της γης, η καθαρότητα του πόσιμου νερού, ο αέρας που αναπνέουμε κ.λ.π.) και δυστυχώς ακόμη και αν ήταν δυνατόν να μετατραπεί (το σύνολο του χρηματιστηριακού «πλούτου») σε διαδικασίες αποκατάστασης του περιβάλλοντος, μικρό μέρος της ζημιάς θα μπορούσε να αποκατασταθεί. Το κέρδος, ή η ζημία που προκύπτει από μία παραγωγική διαδικασία εξαρτάται από το προκύπτονόφελος μείον το κόστος παραγωγής, μείον τις (αναπόφευκτες) ζημιές. Το να μην λογαριάζουμε τις ζημιές είναι στρουθοκαμηλισμός και δημιουργική λογιστική. Το ότι κανείς μέχρι τώρα δεν πλήρωνε την περιβαλλοντική ζημιά, δεν σημαίνει, ότι δεν υπάρχει και δεν θα πληρωθεί. Όταν η περιβαλλοντική ζημιά, εκπεφρασμένη σε χρήμα, όπως θα δούμε στο πρώτο παράδειγμα, είναι πολύ μεγαλύτερη από το όφελος, για ποια κέρδη, που έπρεπε να μοιραστούν, μιλάμε; Αναμφισβήτητα αυτά τα κέρδη δεν ανήκουν στους καπιταλιστές που τα καρπώθηκαν, αλλά δεν ανήκουν και σε κανέναν άλλο από εμάς· ανήκουν στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος και δεν φτάνουν, ούτε για να θάψει η γάτα το σκατό της, όπως επίσης θα δούμε στα παρακάτω παραδείγματα. Αλλά και αν έφταναν και περίσσευαν, έπρεπε πάλι να μοιραστούν στα προνομιούχα δύο τρίτα των δυτικών κοινωνιών; Τα δισεκατομμύρια των πράγματι φτωχών, τι θα έπαιρναν; Παραθέτω τα παραδείγματα, σημειώνοντας ότι περιβαλλοντικό κόστος, είναι το κόστος της πλήρους αποκατάστασης (και όχι αυτό, που σήμερα λογαριάζουμε).
1.                 Ενα μεγάλο τροπικό δένδρο, που δίνει ξυλεία επιπλοποιείας αξίας πέντε χιλιάδων ευρώ, μας δίνει στην διάρκεια της (φυσιολογικής) ζωής του οξυγόνο αξίας τριακοσίων χιλιάδων. Δηλαδή με την τεχνολογία, που διαθέτουμε, μπορούμε να παράγουμε οξυγόνο ίσης ποσότητας με κόστος τριακόσιες χιλιάδες ευρώ. Βέβαια για να μας δώσει αυτήν την ξυλεία, έχει ήδη αποδώσει μεγάλο μέρος αυτού του οξυγόνου και (κανονικά) υπάρχει πρόβλεψη αναπλήρωσης· όμως ακόμη και το δέκα τοις εκατό να λογαριάσουμε για πραγματική χασούρα (που φυσικά είναι μεγαλύτερη) η ζημιά είναι έξι φορές μεγαλύτερη από το όφελος*. Και μιλάμε μόνο για μία περιβαλλοντική παράμετρο. Πόση είναι η αντιδιαβρωτική, η κλιματιστική, η χουμοπαραγωγική και εν γένει βιολογική αξία αυτού του δένδρου;
Το ποια είναι η αξία της εργασίας καθενός μας λοιπόν είναι μέγεθος σχετικό. Δύο υλοτόμοι με δύοαλυσοπρίονα, λίγα απλά εργαλεία και κάποιο ερπυστριοφόρο (ή ελέφαντα) κόβουν, ξεκλαδίζουν, αποφλοιώνουν, μεταφέρουν και φορτώνουν το δέντρο σε δύο ημέρες. Αν πάρουν από εκατό ευρώ ( μεροκάματο και ένσημο), μπορούν να πουν ότι ο εργοδότης έβγαλε από την δουλειά τους τεσσεράμισι χιλιάρικα. Αν όμως προσμετρήσουμε, έστω μόνο το χαμένο οξυγόνο, βλέπουμε ότι κι αυτό το μεροκάματο από το οξυγόνο το πήρανε (φυσικά και ο εργοδότης το κέρδος του). Αν δε, μετρήσουμε την ανταλλακτική αξία αυτού του μεροκάματου με την ανταλλακτική αξία του πολύ σκληρότερου μεροκάματου των προγόνων τους υλοτόμων (που δούλευαν με τσεκούρια), θα δούμε ότι κι αυτή είναι πολλαπλάσια. Τότε ποιος τους έκλεψε τι; Βέβαια στο τροπικό δάσος δεν εργάζονται υλοτόμοι με Ελληνικά μεροκάματα, όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Αλλωστε και εκεί ο χωρικός προτιμά να αφήσει την δική του αγροτική εκμετάλλευση, για να πάει μεροκάματο σε δουλειές, όπως αυτή, γιατί είναι λιγότερο κουραστική και πολύ πιο προσοδοφόρα, ακόμη και από το να είναι αφεντικό στον δικό του μικρό αγρό, που καλλιεργείται με παραδοσιακό τρόπο και δεν προκαλεί περιβαλλοντική υποβάθμιση. Δεν εργάζονται σκληρά οι υλοτόμοι σήμερα; Εργάζονται, αλλά παίρνουν το αντίτιμο του μόχθου τους· τα υπόλοιπα (τα πολλά) είναι το αντίτιμο της περιβαλλοντικής καταστροφής, το οποίο όπως είπαμε δεν την αντισταθμίζει καν.
2.                 Δύο κορυφαίες πετρελαϊκές εταιρείες, η EXXON και η BP (οι οποίες υποθέτω, ότι διαθέτουν την πιο σύγχρονη τεχνολογία) προκάλεσαν δύο τεράστιας έκτασης καταστροφές και έριξαν δισεκατομμύρια με την σέσουλα για «αποκατάσταση». Τι έκαναν με αυτά; Απλά δωροδόκησαν τους ντόπιους ψαράδες με γερά μεροκάματα (άνευ απόδοσης) και ικανό διάστημα, ώστε να αποσοβήσουν τις άμεσες χοντρές αντιδράσεις. Επίσης πλήρωσαν ειδικούς δημοσίων σχέσεων, παραγωγές παραπλανητικών ντοκιμαντέρ για την δήθεν αποκατάσταση, πρόστιμα κ.λ.π.. Φυσικά ήταν αδύνατον και στις δύο περιπτώσεις να γίνει κάτι ουσιώδες, ακόμη και με όλα τα δισεκατομμύρια του κόσμου, αλλά και αυτά που έπεσαν, υπό φυσιολογικές συνθήκες ήταν ικανά να γονατίσουν και πολυεθνικές· μόνο που κάτι τέτοιο δεν έγινε, γιατί οι πολυεθνικές πάντα μετακυλίουν και διασπείρουν το κόστος στην κατανάλωση. Δεν το κάνουν εν θερμώ· αφήνουν να περάσει λίγος χρόνος (όπου εγγράφουν ζημιές και δεν πληρώνουν φόρους) και βρίσκουν αργότερα κάποια αφορμή (κάποιον πόλεμο, κάποια κρίση) για να το κάνουν. Θα πεί κάποιος «μα εδώ οι ρυπαντές κερδίζουν κιόλας». Και εδώ και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις κερδίζουν (βλέπε εξαγορά ρύπων) αλλά τα κέρδη αυτά δεν ισοφαρίζουν (και δεν θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν) την περιβαλλοντική ζημιά. Αν το πρόβλημα λυνόταν με τα κέρδη τους, η εταιρείες πρόθυμα θα το έλυναν, για να «πουλήσουν» περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση (και θα ξανακέρδιζαν στην συνέχεια με την μετακύλιση του κόστους στην αγορά). Όμως και αν ακόμα το πετρέλαιο δεν χυνόταν στην θάλασσα και καταναλωνόταν κανονικά, η περιβαλλοντική ζημιά θα ήταν μικρότερη; Δυστυχώς τα του προηγούμενου παραδείγματος ισχύουν παντού. Εκτός των νάυλον και λοιπών πετροχημικών, που φτάνουν πάλι στους πυθμένες των ωκεανών, ή διαλύονται στο νερό, οι αέριοι ρύποι δεν είναι δυνατόν να κουλαντριστούν στις περισσότερες περιπτώσεις. Αλλά ακόμη και να συγκεντρώναμε τους αέριους ρύπους, είναι πάντα αδύνατο από οικονομικής πλευράς να προβούμε σε ανάστροφες χημικές αντιδράσεις και να πάρουμε οξυγόνο και πετρέλαιο, ή άλλης μορφής καύσιμο.
     Η πεποίθηση ότι θα αρκούσαν τα κέρδη των μεγαλοκεφαλαιούχων, όχι μόνο για περιβαλλοντική αποκατάσταση, αλλά και για την αποκατάσταση των δισεκατομμυρίων απόκληρων και για την ικανοποίηση όλων των επιθυμιών των «αδικημένων» συντεχνιών, αποδεικνύει αφέλεια για αυτούς που τα πιστεύουν και πονηρία για αυτούς, που την εκπορεύουν. Η Σοβιετική οικονομία ήταν λιγότερο καταστροφική περιβαλλοντικά; Η σοφιστεία ότι ρυπαντής είναι μόνο ο παραγωγός, ενώ ο καταναλωτής είναι αθώος είναι το έσχατο ηθικό κατρακύλισμα μία κοινωνίας, που έμαθε να μην παράγει (επικαλούμενη άλλα «ανώτερα» έργα), να καταναλώνει εγωιστικά χωρίς περίσκεψη και από πάνω να πουλάει τζάμπα αγωνιστικό και οικολογικό φρόνημα. Μίας κοινωνίας που έφτασε στην πρόσφατη κουτοπόνηρη θεωρία του καταναλωτικοκεντρικού οικονομικού μοντέλου: « Αν δεν μας δώσετε άλλα λεφτά, πως θα καταναλώνουμε τα προϊόντα σας βρε αχάριστοι;» …Πραγματικά ακλόνητο οικονομικό επιχείρημα. Απορώ γιατί δεν το καταλαβαίνουν αυτοί οι ηλίθιοι οι πιστωτές; Τι να καταλάβουν όμως αυτά τα στουρνάρια από επιστημονική προσέγγιση της οικονομίας.
3.                 Όταν ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση της γεωργίας (θεριστικές, αλωνιστικές, τρακτέρ, χημικά λιπάσματα κ.λ.π.) ένας εργάτης με ένα τέτοιο μηχάνημα αυτόματα αντικατέστησε 20 και 30 εργάτες γης. Το κόστος των τριάντα κακοπληρωμένων εργατών αντικαταστάθηκεαπό το κόστος του ενός (καλλίτερα πληρωμένου), της λειτουργίας και της συντήρησης των μηχανημάτων. Για την κατασκευή και την συντήρηση χρησιμοποιούνταν επίσης καλλίτερα πληρωμένοι τεχνίτες (σε σχέση με τους εργάτες γης) αλλά και πάλι το κόστος της εκβιομηχανισμένης παραγωγής ήταν πολύ μικρότερο από το κόστος των κακοπληρωμένων εργατών γης. Όπως είπαμε όμως, δεν λογαριαζόταν καθόλου το κόστος της μόλυνσης, που ξερνάνε αυτές οι μηχανές. Αν λογαριάζαμε σωστά και χωρίς προκαταλήψεις το κόστος της εκβιομηχανισμένης περίπτωσης (δηλαδή και το κόστος της πραγματικά πλήρους αποκατάστασης) θα βλέπαμε, ότι είναι τελικά μεγαλύτερο, ακόμα και αν οι τριάντα εργάτες γής ήταν λιγότερο κακοπληρωμένοι (αν δεν έφεραν δηλαδή το βάρος των φεουδαρχών- κοτσαμπάσηδων). Αν το δούμε με την αφέλεια και την κουτοπονηριά των αλαζονικών θεωριών εκείνης της εποχής ( ότι τάχα ο άνθρωπος δια της ευφυΐας του «νίκησε» «δάμασε» «υπέταξε» την φύση) τότε ο εργάτης που αντικατέστησε τους τριάντα δικαιούταν τα τριάντα μεροκάματα (και μάλιστα προσαυξημένα χωρίς το νταβατζηλίκι του κοτσάμπαση) μείον τα έξοδα απόσβεσης, λειτουργίας και συντήρησης. Αν το δούμε όμως με την σημερινή ματιά και πολύ περισσότερο με την ματιά του μέλλοντος, που διαγράφεται μετά από αυτήν την «νίκη», θα δούμε, ότι ο εργάτης αυτός δεν δικαιούται καν το μεροκάματο του ενός από τους τριάντα, γιατί ο εργάτης γης δεν επιβάρυνε σε τίποτα το περιβάλλον και χρειαζόταν μηδενικό κόστος αποκατάστασης για όσα παρήγαγε, ενώ η φουσκωμένη παραγωγή του βιομηχανικού αγρότη οφείλεται στην καταστροφή της γονιμότητας και του περιβάλλοντος γενικότερα**.
     Θα μπορούσαμε (θεωρητικά) να παρακάμψουμε το περιβαλλοντικό κόστος (μια και μέχρι πρόσφατα δεν πληρωνόταν τίποτα γι αυτό) και να πούμε «και με ποια λογική αυτά τα λεφτά ανήκουν στονκοτσάμπαση;» Φυσικά και δεν του ανήκουν, η πραγματικότητα όμως επιβάλλει σε κάθε ματσωμένο επιχειρηματία να χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος του πλούτου, που συγκεντρώνει, σε παραγωγικές επενδύσεις, πράγμα που ούτως ή άλλως έπρεπε να γίνει. Ένα μέρος του πλούτου θα μπορούσε πράγματι να μοιραστεί (πάντα βέβαια εφόσον δεν υπήρχε αυτό το περιβαλλοντικό κόστος)· είναι αυτό που χρησιμοποιείται για την πολυτελή διαβίωση των πλουτοκρατών, των αυλικών, των ρουφιάνων και λοιπών υποχείριων τους. Και ως γνωστόν, όσο πιο πλούσιος είναι κανείς, τόσο μικρότερο ποσοστό του πλούτου του χρειάζεται να χρησιμοποιήσει για την πολυτελή διαβίωση του. Αυτά τα ποσά μόνο θα μπορούσαν να διανεμηθούν· όμως και αυτά γιατί θα έπρεπε να διανεμηθούν στους ήδη καλοπληρωμένους υπαλλήλους των κερδοφόρων επιχειρήσεων (και του συστήματος γενικότερα) όταν όπως είδαμε, η υψηλή αυτή κερδοφορία  δεν προκύπτει από την δική τους εργασία, αλλά από την λεηλασία των φυσικών πόρων, των οποίων όλοι λογικά τυγχάνουμε ισότιμοι συνέταιροι; Συνεπώς και χωρίς κόστος περιβαλλοντικής αποκατάστασης, πάλι αυτά που θα ήταν να μοιραστούν, δεν θα ανήκαν στις αχόρταγες συντεχνίες των πληβείων, αλλά στα δισεκατομμύρια των απόκληρων.
     Επίσης θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι οι φούσκες και οι «υπεραξίες» αν μοιραστούν ξεφουσκώνουν αμέσως. Οι ίδιοι οι καπιταλιστές δεν μπορούν εύκολα να τις διατηρήσουν (μόλις η Microsoft έχασε την μοναδικότητα στην τεχνολογική πρωτοπορία, η περιουσία του Γκέιτς έπεσε στο μισό· με τα ίδια περιουσιακά στοιχεία) όχι να μοιραστούν κιόλας. Αν ο χρηματιστηριακός πλούτος είχε πλήρη αντιστοιχία με την παραγωγική δυνατότητα, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει, οι μετοχές δεν θα έπεφταν (αλλά ούτε και θα φούσκωναν χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα).

* Το δέντρο φυσικά κάποια μέρα θα πέθαινε και θα έπρεπε να κοπεί για να αντικατασταθεί από άλλο, που μεγαλώνει δίπλα του. Ωστόσο οι σημερινοί δασονομικοί κανόνες θεωρούν ώριμο (για να κοπεί) ένα δέντρο, που έχει ψιλοκαταλάβει τον θόλο του προηγούμενου. Αυτό μπορεί να συμβεί και στο ένα πέμπτο της φυσιολογικής ζωής του. Ένα τέτοιο δέντρο όμως, δεν έχει το ίδιο φύλλωμα και φυσικά δεν παράγει το ίδιο οξυγόνο.
Βεβαίως δεν συμφέρει (ούτε από πλευράς οξυγόνου) να αφήσουμε το δέντρο να πεθάνει και να το κόψουμε μετά, όμως είναι πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς τις απώλειες οξυγόνου με αυτήν την ταχύρρυθμη «ανανέωση» (όπου υπάρχει και αυτή η πρόβλεψη και δεν αποψιλώνεται το δάσος). Τέλος, όσο βλακώδες ήταν να θεωρούμε το δέντρο μόνο ξύλο, τόσο βλακώδες είναι να το θεωρούμε μόνο ξύλο και οξυγόνο. Φτάσαμε να μετράμε την αξία του οξυγόνου σε χρήμα, μόνο και μόνο γιατί όταν ήταν άφθονο δεν το μετράγαμε καθόλου (και επειδή παρά την μείωση εξακολουθεί να είναι άφθονο, πολλοί δεν θέλουν ούτε τώρα να το μετρήσουμε). Θέλουν μήπως αύριο να αρχίσουμε να μετράμε σε χρήμα την μηχανική απόδοση των αιωνόβιων δέντρων, που σπάζουν αθόρυβα και χωρίς καμία μόλυνση τα βαθειά σκληρά πετρώματα, για να μπορέσουν να προκόψουν τα νεότερα δέντρα; Θέλουν να μετράμε σε χρήμα την βιολογική τους αξία (στην ανάπτυξη της βιοποικιλότητας); Η μήπως θέλουν να συγκρίνουμε τα «άχρηστα» αυτά δέντρα (τα αιωνόβια) με τα «χρήσιμα» κλιματιστικά;
** Στο δεύτερο και το τρίτο παράδειγμα δεν αναφέρω το κόστος περιβαλλοντικής αποκατάστασης, γιατί δεν βρήκα στοιχεία από μελέτες γύρω από αυτά · η απλή λογική μου λέει, ότι και μόνο το κόστος περισυλλογής των αέριων και υγρών ρύπων είναι πολλαπλάσιο του οφέλους. Όμως και στο πρώτο παράδειγμα ακόμα (που το κοστολόγησαν ειδικοί επιστήμονες και όχι εγώ φυσικά) μετρήσαμε μόνο το οξυγόνο και το βρήκαμε εξαπλάσιο κατ ελάχιστον από το συνολικό όφελος (μεροκάματα, άλλα έξοδα, επιχειρηματικό κέρδος). Δεν μετρήσαμε τα ήδη αναφερθέντα, ούτε την μόλυνση από τα υλοτομικά μηχανήματα. Και στο παράδειγμα αυτό δεν έχουμε καν την «στραβή» του δεύτερου παραδείγματος (που χύθηκε το πετρέλαιο στην θάλασσα). Πιστεύω, ότι αυτά είναι αρκετά για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Αφήγημα τέταρτο
Ο κιμπάρης γύπας

     Πολλοί είναι έτοιμοι να μοιράσουν … χρήμα τσουβαλάτο, που θα το πάρουν από την πλουτοκρατία!!! Δεν είναι μόνο ο Γεώργιος Β΄, που έβλεπε λεφτά· υπάρχει κανένας (πολιτικός) που δεν τα βλέπει; Φυσικά υπάρχει· αυτός που βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία. Αυτός βλέπει μόνο στάχτες, εκεί που μέχρι χτέςέβλεπε λεφτά. Οσο πιο πολλά λεφτά βλέπουν πριν υφαρπάξουν την εξουσία, τόσο περισσότερες στάχτες βλέπουν μετά. Το κυριότερο χάρισμα και χαρακτηριστικό των απατεώνων, είναι ότι «βλέπουν» τα κρυμμένα λεφτά. Για άλλη μία φορά όμως, είδαμε ποιανών τα λεφτά εννοούν.
     Αν οι πολιτικές επιλογές μας καθοριστούν για άλλη μια φορά από το ποιος τάζει λαγούς με πετραχήλια, ακόμη και αν αλλάξουμε τους μάγους και βάλλουμε άλλους στην θέση τους, τα ίδια θα κάνουν και αυτοί, γιατί και να θέλουν δεν μπορούν να κάνουν θαύματα. Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το «θαύμα» που συνετελέσθη τα προηγούμενα χρόνια, θα καταλάβουμε και γιατί δεν μπορεί να συνεχιστεί και γιατί φτάσαμε, εδώ που φτάσαμε. Το παραγωγικό «θαύμα» οφείλεται στην εκβιομηχάνιση της παραγωγής, η οποία όπως οδυνηρά πλέον διαπιστώνουμε δεν είναι και τόσο θαυμαστή. Ωστόσο με μικρό μέρος του εργατικού δυναμικού παράγονταν αρκετά αγαθά για να καλύψουν την καταναλωτική τρέλα των αναπτυγμένων και σχεδόν επαρκής τροφή για τους υπόλοιπους. Καθώς με τις παραγωγικές δομές, που αδιαφορούσαν για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, περίσσευε πολύ μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, το δυναμικό αυτό διοχετεύτηκε σε υπηρεσίες, που αποσκοπούσαν στην καλύτερη διαβίωση του πληθυσμού, στην διαρκώς γιγαντούμενη δημόσια διοίκηση (και τα ανάλογα παρά- κρατικά επαγγέλματα), στην πρόοδο και την πρακτική εφαρμογή της τεχνολογίας, στην χρηματιστηριακή οικονομία κ.λ.π.. Το εξειδικευμένο προσωπικό, που διοχετεύτηκε σε όλους αυτούς τους τομείς αποτέλεσε (με μεγάλες διαστρωματώσεις βέβαια) την πολυπληθή μεσαία (και συν τω χρόνωκακομαθημένη) τάξη, η οποία πήρε και τον ρόλο του βασικού καταναλωτή στον καπιταλιστικό κύκλο της διαρκώς αυξανόμενης παραγωγής- κατανάλωσης. Φυσικά για λόγους κοινωνικής ειρήνης στις μητροπόλεις του καπιταλισμού και τις ανερχόμενες οικονομίες, οι κατώτερες τάξεις έπαιρναν σχετικά ικανοποιητικό μερίδιο της λείας (για την οποία, αυτές τουλάχιστον είχαν κοπιάσει σε ουσιώδεις παραγωγικές εργασίες).
     Τα κέρδη αυτού του συστήματος προέρχονταν αφενός από το εμπορικό κέρδος επί των αγαθών και των υπηρεσιών και αφετέρου από την «δημιουργία» υπεραξιών τόσο σε υπηρεσίες και αγαθά, όσο και στις χρηματιστηριακές αξίες. Από τα κέρδη αυτά ωφελήθηκαν επιχειρηματίες και κεφαλαιούχοι (κατά το μέγεθος του και το ήθος του ο καθένας) αλλά μεγάλο μέρος μοιραζόταν στα μεσαία στρώματα και καθόλου ευτελή ποσά διατίθεντο και για τις κατώτερες τάξεις των αναπτυγμένων κρατών. Εννοείται, ότι τα κατώτερα και μεσαία στρώματα έδιναν, ότι κέρδιζαν στην κατανάλωση (λογιζομένης ως κατανάλωσης και της απόκτησης πρώτης και εξοχικών κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λ.π.) ενώ οι μεγαλομεσαίοι και φυσικά οι μεγάλοι επανεπένδυαν μικρό ή μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους σε αξίες και υπεραξίες.
     Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι οι υπεραξίες σε προϊόντα και υπηρεσίες δεν αφορούν τόσο τις εμπορικές αρπαχτές, που έχουν να κάνουν με τις (τεχνητές συνήθως) διακυμάνσεις των τιμών, όσο με τα μυθεύματα, που δημιουργούν σταθερά υψηλές τιμές σε σχέση με το πραγματικό παραγωγικό κόστος· π.χ. είδη πολυτελείας, καλλυντικά, χημικά αναψυκτικά, έργα τέχνης, είδη πρωτοεμφανιζόμενης τεχνολογίαςκ.λ.π.. Πολλές φορές το κράτος καρπώνεται μεγάλο μέρος της υπεραξίας (π.χ. τζόγος, καπνός, αλκοόλ) ώστε τα οφέλη των υπεραξιών να διαχέονται στην κοινωνία (κατά το εκάστοτε σύστημα ευνοιοκρατίας βέβαια και όχι ισοβαρώς σε όλους τους πολίτες). Η κυριότερη μορφή όμως δημιουργίας υπεραξιών είναι η χρηματιστηριακή. Εδώ οι υπεραξίες είναι συνήθως ασταθείς, γι αυτό το χρηματιστηριακό κεφάλαιο συνεχώς τρέχει, αλλάζοντας διαρκώς μορφές ( καταθέσεις, ασφαλίσεις, αντασφαλίσεις, μετοχές, ομόλογακ.λ.π.) με τελική επιδίωξη την μεταμόρφωση του σε πραγματικές αξίες (ακίνητα που δεν βαρύνονται από «υπεραξία», μετοχές που αντιπροσωπεύουν πραγματικά περιουσιακά στοιχεία κ.λ.π.) και ει δυνατόν την αγορά αυτών κάτω και από την πραγματική τους αξία (ώστε να έχουν μεγάλα περιθώρια κέρδους). Τελικά όμως, οι κεφαλαιούχοι ποτέ δεν μετατρέπουν το σύνολο των κεφαλαίων τους σε περιουσιακά στοιχεία, που δεν εμπεριέχουν υπεραξία. Οδηγούμενοι αφενός από την απληστία τους, αφετέρου από την συνειδητή επιλογή της στήριξης του συστήματος που «γεννά» και εκμεταλλεύεται υπεραξίες, παρά τους φόβους τους ανακυκλώνουν το μεγαλύτερο μέρος των  κεφαλαίων τους σε αυτές. Αλλωστε τι είναι αυτό που καθιερώνει ως σταθερές αξίες (και αποκούμπι των κεφαλαιούχων) κάποια χρηματιστηριακά «προϊόντα», όπως οι μετοχές των μεγάλων πολυεθνικών, ο χρυσός κ.λ.π. πέρα από την έννοια της πίστης στους νόμους και τους όρους της αγοράς; Αν αυτά καταρρεύσουν, τότε όχι μόνο οι τεχνητές υπεραξίες θα καταρρεύσουν, αλλά και οι υποτιθέμενες σταθερές αξίες. Οι κεφαλαιούχοι κινδυνεύουν γενικότερα από πολύ μεγαλύτερη καθίζηση από αυτήν του Γκέιτς. Αντίθετα τα περιουσιακά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τον φτωχό (απέριττη κατοικία, αγροτική γή χωρίς οικοδομική αξία) δεν εμπεριέχουν σχεδόν καμία υπεραξία.
     Το κεφάλαιο λοιπόν, που διαρκώς τρέχει και αλλάζει μορφές (χωρίς όπως είπαμε να μεταμορφώνεται ποτέ σε αποκλειστικά πραγματικές αξίες) «σταθμεύει» κάποια κομμάτια των υπεραξιών, που εμπεριέχει, σε κομβικά χρηματιστηριακά σημεία, όπως το αποθεματικό τραπεζών και ασφαλειών. Όπως γνωρίζουμε οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και λοιπά χρηματιστηριακά επιχειρηματικά σχήματα διαχειρίζονται κυρίως ξένα κεφάλαια. Η λειτουργία τους βασίζεται στο ότι πιστώνουν με μεγαλύτερο επιτόκιο, από αυτό που πιστώνονται και έτσι προκύπτει το κέρδος. Ωστόσο, τόσο από τον νόμο, όσο και από τις λειτουργικές ανάγκες διατηρούν ένα «ανενεργό» (ή μερικώς ανενεργό)κεφάλαιο, το αποθεματικό. Το κεφάλαιο αυτό προορίζεται για να αντιμετωπίσει τις δυσλειτουργίες της αγοράς. Με λίγα λόγια, λεφτά που κερδήθηκαναερητζήδικα, μετά από τις περίπλοκες χρηματιστηριακές διαδρομές τους καταλήγουν ως αποθεματικά, δηλαδή τα κεφάλαια, που «ασφαλίζουν» το συναλλακτικό σύστημα. Υπάρχει ποτέ περίπτωση η «υπεραξία», δηλαδή ο αέρας ο κοπανιστός, αφού περιδιαβεί ομόλογα, μετοχές, ράβδους χρυσού (αρπάζοντας και από εκεί «υπεραξία», ή χάνοντας τμήμα της) να γίνει πραγματική ασφάλεια των συναλλαγών και των αξιών, αν τα πράγματα εξοκείλουν από την ρότα, στην οποία δρομολογήθηκαν; Αυτή η ρότα, ήταν η ρότα που δεν συμπεριελάμβανε κανένα κόστος περιβαλλοντικής αποκατάστασης.
     Το σύστημα μέχρι τώρα έδειχνε, ότι όχι μόνο μπορούσε να αφομοιώνει τις φούσκες, αλλά οι ίδιες αυτές οι φούσκες γίνονταν κινητήριος μοχλός για την ανάπτυξη του. Π.χ. κάποιος, ας τον πούμε Ωνάση, αγόρασε ένα γέρικο πλοίο, που καινούργιο θα έκανε 30.000.000, αλλά ως γέρικο έκανε 2.000.000 και εκείνος ως άριστος φουσκωτής (αλλά και ξεφουσκωτής των αξιών των άλλων) το αγόρασε με 1.000.000.Εριξε άλλο 1.000.000 το έβαψε, το σινιάρισε, να φαίνεται καινούργιο και το έβαλε σε δρομολόγια. Το πλοίο είτε τριάντα εκατομμύρια κόστιζε, είτε δύο, τα ίδια σχεδόν οικονομικά αποτελέσματα θα έφερνε, αλλά πολύ πιο γρήγορη απόσβεση. Ο Ωνάσης λοιπόν κοστολόγησε το δήθεν αναβαθμισμένο πλοίο του στα 20.000.000 και η ασφαλιστική εταιρεία προσδοκώντας στο μεγάλο ασφάλιστρο και με την σιγουριά της αντασφάλισης ασφαλίζει με υψηλό ασφάλιστρο (ας πούμε) 2% δηλαδή 400.000 τον χρόνο. Αν ο εύλογος χρόνος απόσβεσης ενός καινούργιου πλοίου είναι 30 χρόνια, αποδίδει στον ιδιοκτήτη του (με καλή διαχείριση) ποσό απόσβεσης1.000.000 και (ας πούμε) απόδοση κεφαλαίου 5% δηλαδή άλλο 1.500.000. Αν αφαιρέσουμε από αυτά τα (υψηλά) ασφάλιστρα, σε πέντε χρόνια ο Ωνάσης θα έχει βγάλει 10.000.000. Αν (το σαπιοκάραβο πλέον) πάει στον πάτο, ο Ωνάσης μαζί με τα λεφτά της ασφάλειας θα αγοράσει ένα ολοκαίνουργιο πλοίο. Από μία φαινομενική απόδοση κεφαλαίου 5% έχουμε πραγματική απόδοση 280% !! [ Και μάλιστα με την σπατάλη να πετάξουμε την πραγματική αξία του παλιοσίδερου στην θάλασσα.) Βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απόδοσης είναι η ζημία ασφαλιστών και αν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περήφανοι για το Στέργιο μας και για όλα τα παιδιά που συμμετείχαν!

"Στο 6ο Παιδικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών του Λυκείου Ελληνίδων Βέροιας, με τη