ΑΠ’ ΤΟ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ
ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ, 2.500 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΛΓΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΔΗΜΗΤΡΗ
Αν οι λαοί θέλουν να καυχηθούν για την εθνική τους ιστορία, η ιστορία εχάρισε στο Ελληνικό Έθνος τόση δόξα ηρωισμού και μεγαλείου, ώστε κανένα έθνος να μη μπορεί να σταθεί δίπλα στην ακτινοβολία της Ελλάδος.
Είμαστε συνηθισμένοι να καυχόμαστε για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τη δημοκρατία, τα γράμματα, τις τέχνες, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες, τη διασπορά κι εξάπλωση του ελληνικού μεγαλείου σ’ ολόκληρη την οικουμένη. Όταν όμως ο Έλληνας «επαίρεται» για τα πολεμικά επιτεύγματα και τη στρατιωτική του παράδοση, μοιραία, ξεκινά πάντα απ΄ το Μαραθώνα!
Ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη
2.500 χρόνια πριν, μια μάχη στη σωρεία των μαχών που κατέγραψε η παγκόσμια ιστορία, φαντάζει σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Όλες οι τέχνες «μίλησαν» με το δικό τους τρόπο για το Μαραθώνα.
2.500 χρόνια πριν, μια μάχη στη σωρεία των μαχών που κατέγραψε η παγκόσμια ιστορία, φαντάζει σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Όλες οι τέχνες «μίλησαν» με το δικό τους τρόπο για το Μαραθώνα.
«Ήταν εκεί κι ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες, οι Πλαταιές κι η Σαλαμίνα», θα γράψει ο Οδ. Ελύτης. «Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια μέχρι τώρα, το άξιζε. Και για μια πατρίδα σαν τη δική μας, θα το αξίζει παντοτινά». Ο Αισχύλος ζήτησε να χαράξουν στο ταφικό του επίγραμμα, όχι πως υπήρξε ο δημιουργός της «Ορέστειας», αλλά πως πολέμησε στο Μαραθώνα. Μπορούσε άραγε να προβλέψει ο μεγάλος τραγικός ποιητής, ότι η μάχη του Μαραθώνα και τα μηνύματα που εξέπεμψε θα έφθαναν μέχρι τις μέρες μας;
Τα ιστορικά γεγονότα που συνθέτουν το χρονικό αυτής της μάχης, έχουν αναλυθεί με κάθε είδους κριτήρια, ιστορικά, επιστημονικά, αρχαιολογικά, πολιτικά και στρατιωτικά και δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση ή περαιτέρω ανάλυση. «Πιστεύοντας ότι το παρελθόν δεν είναι απλά πρόλογος κι ότι το παρόν δεν κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας, αντλούμε απ΄την ιστορική εμπειρία», (όπως ορθώς επισημαίνει ο Διεθνολόγος R.Gilpin), θα διαπιστώσουμε ότι οι συμβολισμοί που κρύβονται στη μάχη του Μαραθώνα και απλοί μαθηματικοί υπολογισμοί, μας φέρνουν μπροστά σε καταλυτικές για την ανθρωπότητα αναλογίες και αναπόφευκτους παραλληλισμούς.
Με απλά λόγια, η πρώτη ιστορικά επιβεβαιωμένη απόπειρα της Ανατολής να «εισβάλει» στη Δύση, συνέβη στο Μαραθώνα. Κι όσες φορές στο παρελθόν τέθηκε σε δοκιμασία η διεθνής ειρήνη, ανατολικός και δυτικός κόσμος ήρθαν αντιμέτωποι σ΄ελληνικά ύδατα.
Για τον αρχαίο κόσμο βιώσιμη κοινωνία ήταν αυτή που ήξερε να πολεμά και να καλλιεργεί τη γη. Αυτά τα δύο στοιχεία συνθέτουν και δημιουργούν ολόκληρη την κοσμοθεωρία του αρχαίου Έλληνα. Ο πόλεμος συμβολίζει την αγωνιστική αντίληψη, τη δυναμική που καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Κοσμογονία, θεογονία, φιλοσοφία, τέχνες, γράμματα, πολιτική, είναι βαθιά εμποτισμένες με τον πόλεμο όχι ως πρακτική, αλλά ως διαρκή πάλη κι ανταγωνιστικότητα.
Παρουσιάζεται λοιπόν ο πόλεμος, ως το μόνο μέσο με το οποίο μπορεί να διεκδικήσει και να επιτύχει η κοινωνία την αυθυπαρξία και την επιβίωσή της. Και καταλήγει, σε ακραίες περιπτώσεις, ολόκληρη η δομή της κοινωνίας να στηρίζεται στην προετοιμασία για τον πόλεμο. Εξ ορισμού λοιπόν όλοι οι πολίτες, οι ικανοί να φέρουν τα όπλα, υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, χωρίς ιδιαίτερα γνωρίσματα πολεμικού θάρρους και μιλιταριστικές διαθέσεις.
Με αδρές γραμμές, η Αθήνα του 5ου π.χ αιώνα, υπήρξε μια υποδειγματικά οργανωμένη κοινωνία, που ευημερούσε έναντι πολλών της ίδιας εποχής, γιατί κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν ευέλικτο μηχανισμό που προωθούσε την ελεύθερη συμμετοχή των καλλιεργητών γης στον πόλεμο, εξασφάλιζε τη σύμφωνη γνώμη των πολλών σε θέματα «στρατιωτικά», δηλαδή εξωτερικής πολιτικής για τα δεδομένα της εποχής, αποδέσμευε τη θρησκεία από την πολιτική και τον πόλεμο και το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν ότι είχε τις λιγότερες δυνατές αμυντικές δαπάνες. Οι αρχαίοι Αθηναίοι κατάφεραν να κάνουν πράξη αυτό που πρεσβεύουν σήμερα οι ειδικοί σε θέματα διεθνούς πολιτικής και ασφάλειας, αυτοί που διατείνονται ότι η πολεμική ετοιμότητα και δυνατότητα, σήμερα και στο μέλλον, θα εξαρτάται από το συσχετισμό τεχνολογίας-οικονομίας.
Ως «εχθρός» για τον αρχαίο Έλληνα νοείται όποιος επιχειρεί να διαταράξει την ισορροπία αυτής της κοινωνίας και ο τρόπος αντιμετώπισης είναι ένας: αποφασιστικά και κατά μέτωπο, σε μια ευθεία, πολίτες-μαχητές ενωμένοι κι αδιάσπαστοι (σε πυκνή παράταξη φάλαγγας), πεπεισμένοι ότι εξυπηρετούν το συμφέρον των πολλών, εκτελώντας πιστά τις διαταγές των στρατηγών, που δεν είναι άλλοι από τους πολιτικούς, τους οποίους οι ίδιοι έχουν επιλέξει και εμπιστεύονται απόλυτα.
Αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα τα ελληνικά κρατίδια στα παράλια της Μικράς Ασίας, που βρισκόταν υπό περσική κατοχή, επαναστατούν. Μέχρι τότε οι σχέσεις τους με τη Μητροπολιτική Ελλάδα περιοριζόταν στην κοινή συμμετοχή σε Πανελλήνιους αγώνες και εορτές, ιδιαίτερα σημαντικών για τον κόσμο της εποχής, θα αναγκαστούν όμως να ζητήσουν βοήθεια.
Η Σπάρτη αρνείται να συνδράμει με στρατιωτική βοήθεια, φοβούμενη εσωτερικές διαμάχες σε περίπτωση απομάκρυνσης του στρατού της. Η Αθήνα εκδηλώνει ανοιχτά την εχθρότητά της κατά των Περσών, απορρίπτοντας το αίτημά τους για επάνοδο του εξόριστου ολιγαρχικού Ιππία και σκεπτόμενη ότι οποιαδήποτε καθήλωση περσικών δυνάμεων, θα ανέβαλε επιχείρηση του Δαρείου κατά της πόλης. Η βοήθεια προς τους Ίωνες θα λειτουργούσε ως σανίδα σωτηρίας για τη δημοκρατία και σε περίπτωση επιτυχίας, θα βελτίωνε τους όρους διαβίωσης των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Αθήνα και Ερέτρια θα στείλουν δυνάμεις στο πλευρό των Μικρασιατών, θα αποβιβαστούν στον κόλπο της Εφέσου, περνώντας την κοιλάδα του Καϋστρου και διαβαίνοντας τον Τμώλο, θα επιτεθούν αιφνιδιαστικά και θα καταλάβουν τις Σάρδεις. Τυχαίο γεγονός θα παραδώσει στις φλόγες την περσική μεγαλούπολη και θα αναγκάσει τους επιτιθέμενους να υποχωρήσουν. Η περσική στρατιά που είχε συγκεντρωθεί στη Φρυγία, τους συνέτριψε.
Έχοντας θέσει εξ’ αρχής ως αντικειμενικό στόχο τη Μίλητο και εφαρμόζοντας ανωτέρα στρατηγική, ο Δαρείος κατέλαβε αστραπιαία την Κύπρο, που λειτούργησε ως προκεχωρημένη βάση των Ελλήνων, κατηύθυνε ο ίδιος τις επιχειρήσεις στρατού ξηράς και ναυτικού, εφαρμόζοντας μια πρώιμη διακλαδικότητα, κοινή δράση και συντονισμό υπό ενιαία ηγεσία των διατιθέμενων δυνάμεων και κατέστειλε την επανάσταση, ισοπεδώνοντας τελικά τη Μίλητο. Οι ελληνικές δυνάμεις δεν είχαν προηγούμενη διοικητική εμπειρία σε υπερπόντιες αποστολές, δεν κατόρθωσαν να λειτουργήσουν συντονισμένα και με κοινή γραμμή επιχειρήσεων και δεν εκμεταλλεύτηκαν ηγετικά προσόντα των συμμετεχόντων.
Μοιραία, για τους γνώστες και λάτρεις της στρατιωτικής ιστορίας, το σκηνικό μας φέρνει στον 20ο αιώνα, στη Μικρασιατική καταστροφή και στην ανάδειξη της ηγετικής φυσιογνωμία του Κεμάλ Ατατούρκ…
Ο Ανατολίτης κατακτητής, όπως αποδεικνύεται και μετέπειτα, δεν ξεχνά και δε συγχωρεί. Αφού δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να επεκτείνει την κυριαρχία του, με την καταστροφή χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων στα μικρασιατικά παράλια και τη σταθεροποίηση των εσωτερικών πολιτειακών, είναι έτοιμος να προχωρήσει στα Δυτικά. Με την υποταγή των νησιωτικών κρατών του Αιγαίου, θα εξασφαλίσει άνετο διάπλου, δίνοντας παράλληλα διαταγές για ναυπήγηση πολεμικών πλοίων και μεταγωγικών.
Η πρώτη απόπειρα κατάληψης της ελληνικής ενδοχώρας, με στρατηγό το Μαρδόνιο, θα αποτύχει. Οι προσπάθειες των Περσών επικεντρώθηκαν στη διπλωματική απομόνωση των Αθηνών και της Ερέτριας. Απεσταλμένοι του Δαρείου ζητούν «γην και ύδωρ» από τα μεγάλα κέντρα Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Βοιωτίας, Αθηνών και Πελοποννήσου. Οι μόνοι που θα αντιδράσουν στα κελεύσματα των Περσών, είναι οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι.
Με την ιδεολογική κάλυψη της «εκδίκησης» και των αντιποίνων σε βάρος Αθηνών και Ερέτριας, των πρωταγωνιστών της εποχής, το σενάριο για εύκολη επικράτηση σε ολόκληρη την τότε γνωστή «Δύση» για τους Πέρσες, φαινόταν πραγματοποιήσιμο για το Δαρείο, καθώς δεν περίμενε να συναντήσει ιδιαίτερες αντιστάσεις από τις μικρότερες πόλεις-κράτη, εφ’ όσον κατόρθωνε να υποτάξει τους ισχυρότερους.
Από τότε η «Ανατολή» αγωνίζεται να επεκταθεί στα Δυτικά, να έρθει πιο κοντά στον προηγμένο κι ανεπτυγμένο Δυτικό κόσμο, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Τουρκίας στις μέρες μας και οι μακροχρόνιοι διπλωματικοί αγώνες, να ενταχθεί μια γεωγραφικά και πολιτισμικά Ασιατική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ιστορία παρουσιάζει τον Ανατολίτη κατακτητή πάντοτε ως αδυσώπητο, τρομακτικό, υπεράριθμο, χωρίς ηθικό υπόβαθρο και αναστολές. Μοιραία, κάθε απόπειρα «εισβολής» περνά απ΄τη Μεσόγειο, το Αιγαίο και τη Βαλκανική χερσόνησο. Κι ο ελληνισμός είχε την ατυχία να ζήσει την άλωση της Πόλης και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Η εξήγηση των ιστορικών της εποχής ότι οι περσικοί πόλεμοι ξεκίνησαν για λόγους εκδίκησης, μάλλον ανατρέπεται με βάση τα δεδομένα και τα όσα συνέβησαν στους επόμενους αιώνες. Στον αντίποδα, η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή πήρε Πανελλήνιο εκδικητικό χαρακτήρα και μέχρι σήμερα δεν έχουν διατυπωθεί αντίθετες απόψεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου