Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Στη μνήμη του Γρηγόρη Λαναρά

Νύχτες καλοκαιριού. Μικρές οι νύχτες του καλοκαιριού. Πνιγμένες από τις μυρωδιές του βασιλικού και του φρέσκου πασαλειμμένου ασβέστη στα πεζοδρόμια των γειτονιών της Νάουσας που ακόμη κρατούν την παράδοση. Αη Γιώργης, Αγια Δημήτρης και η νοικοκυρές στις αυλές που απόμειναν ,να αντιστέκονται με τα χωρατά τους, στα μεγαθήρια της αποξένωσης και το μπετόν του κέντρου. Νύχτες καλοκαιριού, γυρίζουν πίσω τη μηχανή του χρόνου, στις θύμισες και τις αναμνήσεις από μια πόλη που γεύονταν άπληστα τον αγέρα της δημιουργίας. Κάπου στα ΄70 περνούσα με το παλιό σιδερένιο ποδήλατο ,με τα φουρφούρια να ανεμίζουν στο τιμόνι και το δυναμό να δίνει φως στο φανάρι, από την παλιά γέφυρα της « Βέτλανς». Ο θόρυβος από το βαφείο και τα αδράχτια ηχούσε εκκωφαντικά ευχάριστα στα παιδικά αυτιά της τσακαλαρίας, των πιτσιρικάδων της παρέας ΜΑΣ. Ήταν δικιά μας η πόλη. Από το μπάνιο στο « γαλάζιο» στην Αράμπιτσα, μέχρι το κρυφτό στις « Σαράντα Κάμαρες» στον Κούκο και από τη Βάλια που κυνηγάγαμε με τα τσατάλια τα κοτσύφια, μέχρι το απόρθητο κάστρο μας, το πάρκο. Εκεί όπου τα βράδια κάναμε τον απολογισμό της ημέρας και τσακώναμε τα λιουλιακάδια για να φωτίσουν την ψευδαίσθηση της αιώνιας χαράς που βιώναμε σαν παιδιά, σαν κοινωνία, σαν πόλη. Έτσι, λέγαμε, ότι θα ναι η ζωή μας. Γεμάτη κίνηση και χαρά. Ίδιες οι νύχτες του καλοκαιριού στα τώρα, στη Νάουσα. Κάθε φορά που το βραδάκι παίρνω το ποδήλατο για να διαβώ τα μονοπάτια της πρώτης μου νιότης, το ίδιο σφίξιμο νοιώθω περνώντας μπροστά από το κουφάρι της παλιάς βιομηχανίας, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε στα μάτια της ψυχής μου, ότι θα ζήσει αιώνια. Σαν ταινία παλιά ξετυλίγονται στα άψυχα ντουβάρια της « Βέτλνας» γέλια, δάκρυα και πόνος των εργατών της βραδινής βάρδιας, που περίμεναν να ξημερώσει για να γευτούν τον πρωινό πατσά στον « Τέλη» και το βραδάκι του Σαββάτου, αργία μοναδική, μπατιρόσπορο και νυφοπάζαρο στη βόλτα. Νύχτες καλοκαιριού στα σήμερα. Τίποτε δεν έχει αλλάξει και τίποτε δεν είναι όπως παλιά, όπως έλεγε ο Κατσιμίχας. Λίγη φαντασία να κουβαλήσεις, τα ίδια γελάκια των εργατριούλων που περίμεναν να πειράξουν μετά το σχόλασμα ,στις 10 το βράδυ, τα παλικαράκια στην «παραλία» της Μ. Αλεξάνδρου. Σαν παιδί μου άρεσε πολύ το τραγούδι « Η φάμπρικα δεν σταματά» που ερμήνευε μοναδικά κι αντρίκια ο Λάκης Χαλκιάς. Νύχτα, μέρα χτυπούσαν τα αδράχτια, νύχτα μέρα ύφαιναν τα αργαλιά. Στο ίδιο μονότονο, εκκωφαντικό ρυθμό, που γέμιζε ανάσα ευμάρειας τα πνευμόνια της πόλης. Και τώρα σιγή. Νομοτέλεια. Ακμή και παρακμή. Για να μας θυμίζει ότι τίποτε δε μένει αιώνιο σε τούτη τη ζωή. Μόνο τα συναισθήματα για τα καλά και η συγχώρεση για τα άσχημα, αυτών που φεύγουν. Το δρόμο της αιώνιας ζωής πήρε ο Γόλης Λαναράς. Ακολουθώντας τη μοίρα των θνητών. Στο αιώνιο ταξίδι που τίποτε δεν ακολουθεί την ψυχή. Ούτε ο πλούτος, ούτε η δόξα. Μόνο οι καλές πράξεις. Και οι ευχές για κατευόδιο των πιτσιρικάδων του ΄70 που περνούσαν απέναντι από τα γραφεία του και θαύμαζαν την περίτεχνη ξύλινη διακόσμησή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μετά γεύματος και DJ η βασιλόπιτα στο "Κιόσκι"

  Μετά γεύματος και DJ, στο δεύτερο μέρος της κοπής της βασιλόπιτας, επιχειρηματίες και