Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Περιπετειώδης κάθοδος του Κασομούλη στο Νότο( Στ΄μέρος) Η ΠΑΛΗ ΤΟΥ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΕΙΔΟΣ ΤΟΥ - ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΣΑΛΑ ΚΑΙ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ.Γράφει ο Μανώλης Βαλσαμίδης

Ο Κασομούλης πάλευε με τη συνείδησή του, πόσο υπεύθυνος ήταν για την τραγωδία του Ολύμπου! Όταν ντυμένος χωριάτικα, κυνηγημένος από τους Τούρκους κατέφυγε με τους δικούς του στο χωριό Καταφύγι της Κοζάνης, ο προεστός του χωριού φροντίζοντας για την τροφή τους, τον ρώτησε τι απέγινε εκείνος ο Νικόλας. Ο Κασομούλης τον ρώτησε,
ποιος Νικόλας; Και εκείνος απάντησε: Αυτός που μοίραζε το μπαρούτι, που ήρθε με τα καράβια και κατέστρεψε τον τόπο. Του είπα, λέει ο Κασομούλης, πάει εκείνος, τον ξέκαμαν οι Τούρκοι. Στα γραπτά του ο Κασομούλης γράφει: "Άκουγα ο ίδιος την κρίσιν δια τον εαυτόν μου και πάλιν είπα με το συνειδός μου. τι έκαμα;".
Δεύτερη φορά, όταν κατηγορείται από τον πολιτάρχη των Μπλαχαβαίων παρουσία του Μπλαχάβα, δεν κρατιέται και αντιδρά.
- Πολιτάρχης: "Τί είναι αυτό που κάματε, ορέ διαόλοι, και πήρατε τον κόσμον εις τον λαιμό σας; "
- Κασομούλης: "Εκεί επάνω λαός και καπετανάτα πήραν την απόφαση από κοινού να τα βάλουν με την Τουρκιά για τη λευτεριά τους. Ήξεραν ότι αν δεν πετύχαινε ο αγώνας τους, ποια κατάληξη θα είχαν. Να μη θυμίσω τα δικά σας, που από μόνος του ο Θύμιος σήκωσε μπαϊράκι".
Όταν ο Κασομούλης έφτασε στο Αγρίνιο με προορισμό να φτάσει στη Διοίκηση να αναφέρει τα καθέκαστα και να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για βοήθεια προς τη Νάουσα, η πληροφορία ότι έπεσε η Νάουσα τον έφερε σε αδιέξοδο. Πώς τα καταφέραμε έτσι, μονολογεί. Πήραμε τον κόσμο στον λαιμό μας. Δεν ξέρω τι να κάνω.
Από το μοναστήρι, μετά μια εξαιρετική φιλογενή φιλοξενία, αποχαιρετίσαμε τον ηγούμενο Δαμιανό, που με συμπόνεσε ο άνθρωπος και με χαρά μας εφοδίασε με τα πάντα. Κατευθυνθήκαμε προς το Πετροχώρι, όπου "μας υποδέχτηκαν και εκείνοι πολλά ευπροσήγορα. Ξεκινήσαμε την αυγή και το μεσημέρι ήμασταν στον Χρυσό (επαρχία Αποκούρου). Ο Σάλας πληροφορηθείς ότι ο Υψηλάντης βρίσκεται στα Σάλωνα, χωρίστηκε από εμάς και πήγε να τον συναντήσει. Εμένα δε με χωρούσε ο τόπος. Με έτρωγε από μέσα μου η αγωνία να φτάσω το γρηγορότερο στη Διοίκηση. Δεν ακολούθησα τον Σάλα μην πάθω και πάλι ό,τι έπαθα στα νησιά. Χασομερούσαμε τέσσερες μήνες".
Στη συνέχεια περάσαμε τον ποταμό Φίδαρη, τα Βελβίτζιανα, το ποτάμι της Ναυπάκτου και βρεθήκαμε στο στρατόπεδο της προφυλακής της πολιορκίας της Ναυπάκτου, όπου και διανυκτερεύσαμε. Την άλλη μέρα μας υποδέχτηκε ο αξιωματικός Τριαντάφυλλος, επικεφαλής του στρατοπέδου της Ναυπάκτου, φιλόφρονα. Διανυκτερεύσαμε εκεί και το πρωί περάσαμε από το χωριό Ξυλογαϊδάρα, "όπου ελάβαμεν μεγαλυτέραν υποδοχήν".
Την ίδια μέρα φτάσαμε στα Τριζόνια. Εκεί μας υποδέχτηκε ο προεστός του χωριού, που ήταν ιερέας, ο παπα-Γιώργης, Πολίτης το επίθετό του, πατέρας του βουλευτή Χαράλαμπου Παπαπολίτη. Μας παρηγόρησε, μας έδωσε γράμματα για τη δημογεροντία της Βοστίτσας [σημερινό, και αρχαίο, Αίγιο] και με τη δική του "γαΐτα" μας διευκόλυνε να περάσουμε απέναντι στην Πελοπόννησο*.  
* Νικολάου Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, σελ. 224.      

Δεν υπάρχουν σχόλια: